Διαμελίζοντας το «ανοίκειο οικείο»

 

Καθημερινά, κομμάτια από το εαυτό μας αφήνονται πίσω μας, άλλοτε ηθελημένα και άλλοτε αθέλητα, σε ένα σήμερα γεμάτο παγίδες που έστησαν σαν κυνηγοί η μοίρα και οι εγγραφές του κοινωνικού γίγνεσθαι στο ευάλωτο και εύθραυστο καβούκι που ονομάζουμε «ζωή». Έτσι, άδοξα μέσα στα μεγάλα ατσάλινα αγκάθια αυτών των παγίδων, που μετατρέπουν το σώμα και το πνεύμα μας σε πολτό, καλούμαστε κι εμείς με τη σειρά μας να συνεχίσουμε την ανθρωποφαγία, αυτοκανιβαλιζόμενοι ανόρεκτα. Ένα σκηνικό από τη χειρότερη low budget ταινία τρόμου η καθημερινή ανθρώπινη ιστορία που, όμως, καλούμαστε να βιώσουμε ολοκληρωτικά.

Η Έφη Ζωγράφου στην πρώτη της ποιητική συλλογή με τον χαρακτηριστικό τίτλο, οικόσιτοι διαμελισμοί (εκδ. Θράκα, Αθήνα 2024), μας παραδίδει τη δική της ερμηνεία για αυτό το ζήτημα. Έτσι, λοιπόν, όπως θα δούμε και παρακάτω στην ανάλυση που θα ακολουθήσει, η ποιήτρια μέσω των ποιημάτων της και δη της σκληρής αλλά ειλικρινούς γλώσσας τους μας παραδίδει μέσα από την αλληλουχία των στίχων και των εικόνων, που είναι λες και ενώνονται σε μια μεγάλη σύνθεση πενηντατεσσάρων σελίδων, τον δικό της κόσμο, έναν κόσμο βαθιά ανθρώπινο, κοινό και διατομικό – έναν κόσμο που εκφράζει όλους μας, μέσα από τις πληγές του.

Πιο συγκεκριμένα, όμως, και παίρνοντας τα πράγματα από την αρχή ήδη από το πρώτο ποίημα της συλλογής με τον τίτλο «το τελετουργικό του τσαγιού» καταλαβαίνουμε τη δύναμη της απώλειας για την ποιήτρια. Μια αίσθηση απώλειας για πραγματικούς και φανταστικούς νεκρούς, που έχουν δηλωθεί όμως ως εξαφανισμένοι, τους οποίους ανασυνθέτει η ποιήτρια στις αναμνήσεις των τεσσάρων τοίχων, μέσα σε μια πόλη που «ζει με αίμα» (βλ. ποίημα «τικ τοκ»).

Το μυαλό, έτσι, μετατρέπεται σε έναν αναμορφωτή των περασμένων, έναν αναμορφωτή όμως που ακόμη και η ίδια η ποιήτρια δεν ξέρει τι κρύβεται πραγματικά μέσα του (βλ. ποίημα «ανθρακωρυχείο»). Οι κρυμμένοι σκελετοί, εξάλλου, των πεπραγμένων του παρελθόντος, του παρόντος και εσχάτως του μέλλοντος μέσα σε αυτόν τον ακαθόριστο προσωπικό πόλεμο βρίσκουν μια θέση πάντοτε επισφαλή και μετέωρη (βλ. ποίημα «ενηλικίωση»).

Η γραφή, έτσι, καταλήγει ένας χείμαρρος, ασχέτως αν στο τέλος υπάρχει πάντα ένας ακόρεστος συμβιβασμός (βλ. ποίημα «ελβετικός σουγιάς») – εξάλλου τα ποιήματα πάντα πρέπει να πονάνε. Καθώς, αυτά απολήγουν στον διαμελισμό, τον επιλέγουν και τον εκφράζουν, ως «οικόσιτοι διαμελισμοί» γαρ (βλ. ποίημα «κομμάτια λάρυγγα»).

Κλείνοντας, πρέπει να προσθέσουμε, ότι αυτό που ξεχωρίζει την παρούσα συλλογή δεν είναι μόνο οι υπαρξιακοί συλλογισμοί της ποιήτριας αλλά και οι ιδιαίτεροι πειραματισμοί που πραγματοποιεί με τους στίχους, τα σημεία στίξης, με την άμεση και σκληρή γλώσσα και τέλος με τη νοηματική εικονοπλασία της. Μια συνολική εικόνα που στοιχειοθετεί την άποψη ότι έχουμε να κάνουμε με μια πολύ ιδιαίτερη συγγραφική δημιουργία που πρέπει να προσεχθεί.