“Η Παμφίλη Στον Αμφίλανθο” της Lady Mary Wroth. Μια επιλογή από έναν κύκλο σονέτων και τραγουδιών, που δημοσιεύτηκε το 1621.  Πανελλήνια πρώτη για την Μαίρη Ροθ, την πρώτη Αγγλίδα που έγραψε κύκλο ερωτικών σονέτων.

 

Αφορμή για τη συγγραφή του έργου υπήρξε η σχέση της ποιήτριας με τον πρώτο της ξάδερφο, με τον οποίο απέκτησε δυο παιδιά: ο William Herbert, κόμης του Pembroke, υπήρξε φιλότεχνος χορηγός και το όνομά του συνδέθηκε με το Σαιξπηρικό έργο· από πολλούς θεωρείται ότι κατά πάσα πιθανότητα υπήρξε ο “fair youth” των Σαιξπηρικών σονέτων.

Εκτός από τη “Σκοτεινή Κυρία” του Σαιξπηρικού περιβάλλοντος, υπήρχε επίσης και μια φωτεινή, μια ποιήτρια που το έργο της αναγνωρίστηκε από αρκετούς σύγχρονούς της: ο Ben Jonson επαίνεσε τα σονέτα για την ψυχολογική ανάλυση του έρωτα και δήλωσε ότι οι στίχοι της τον έκαναν «καλύτερο εραστή κι ακόμα καλύτερο ποιητή».

Κώστας Μαντζάκος

**

Τραγούδι

Αγάπη, τι να ‘σαι; Μια μάταιη σκέψη
στο μυαλό, που η φαντασία έχει χαλκέψει,
χαμόγελα άσκοπα σ’ έχουν γεννήσει,
ενώ πόθοι ευσεβείς το δίχτυ έχουν κεντήσει,
που τόσους ανόητους έχει ψαρέψει.

Αγάπη, τι να ‘σαι; Ωραία και ελαφρή,
φρέσκια σαν το πρωί, σαν τον αέρα καθαρή,
μα πολύ σύντομα το βράδυ σου αλλάζει,
τη θέρμη σου το κρύο τη σκεπάζει,
πάντα η χαρά σου με τις έννοιες πάει μαζί.

Αγάπη τι να’ σαι; Ένα λουλούδι γλυκό,
διάπλατα μόλις ανοίξει, σε μια ώρα είν’ νεκρό,
σταθερή η χαρά σου, όσο στον άνεμο η σκόνη,
όπως κι ό,τι δικό σου μας αποζημιώνει,
αν η διάθεση σου αλλάξει, πρόσωπο δείξει βλοσυρό.

Αγάπη, τι να ‘σαι; Παιδιάστικη, ρηχή,
στέρεη, όσο οι οι φουσκάλες, που’ κανε η βροχή,
το μεγαλύτερο καμάρι σου: η ιδιοτροπία,
οι αρετές σου κρύβουν αυτά τα ελαττώματα τ’ αχρεία,
μα τα μωρά δε βαδίζουν σταθερά πάνω στη γη.

Αγάπη, τι να ‘σαι; Αναίτια κατάρα, ωστόσο αυτό
δεν είναι δυστυχώς το πιο κακό,
κι άλλα για σένα μπορεί να πει κανείς,
μα κάποτε ήμουνα στο νόμο σου υποτελής,
γι αυτό, προς το παρόν, άλλα δε θα πω.

 

 

**

Σονέτο 1

Ο μαύρος της νύχτας μανδύας, όπως άπλωνε την πιο μεγάλη σκοτεινιά,
καθώς τις αισθήσεις μου ο ύπνος – όπου ο θάνατος έχει αντικατοπτριστεί –
εμπόδιζε να λειτουργούν συνειδητά, οι σκέψεις μου έτρεχαν πιο γοργά
κι από κείνες, που η μεγαλύτερη γρηγοράδα απαιτεί:

Στον ύπνο μου είδα έν’ άρμα, που το ‘σερνε η επιθυμία η φτερωτή,
όπου του έρωτα η βασίλισσα, η λαμπρή Αφροδίτη, ήταν καθισμένη,
και στα πόδια είχε το γιο της, με φωτιά να πυρπολεί.
κάθε καιόμενη καρδιά, που αυτή κρατούσε υψωμένη.

Μα μια καρδιά, που απ’ τις άλλες πιο μεγάλη φλόγα βγάζει,
κρατάει μετά η θεά και στο στήθος μου τη βάζει.
«Γιε μου αγαπημένε, τώρα σημάδεψε, έτσι θα κερδίσουμε τη νίκη»,

του λέει. Κι αυτός υπάκουσε, κι έτσι μαρτύρησε η καρδιά μου η φτωχή.
Εγώ ξυπνώντας, ήλπιζα, πως, σαν κάθε όνειρο, κι αυτό θα διαλυθεί·
μα από τότε, αλίμονο, στην αγάπη η καρδιά μου ανήκει.

 

**

Σονέτο 47

Ω, μάτια μου, μη χύνετε άσκοπα δάκρυα, σταματήστε,
αφού η ελπίδα έσβησε, ο θησαυρός να ξανακερδηθεί,
αυτός που όλο τον πόνο σας γεννά, μια κι έχει πια χαθεί.
Την εύκολη προδοσία των φόβων σας εμποδίστε,

κι όλο αυτό πολύ παιδικό συνήθειο θεωρήστε,
γιατί, όπου θεριεύει η λύπη για τόσο μικρή ανταμοιβή,
μάταια δε πρέπει να ξοδεύονται θρήνοι, μα και στεναγμοί:
στον αληθινό καημό δεν ταιριάζει σε κοπετούς να εξαντλείστε.

Κρατήστε τα δάκρυα μέσα σας απόθεμα, να υπακούτε εμένα,
μέχρι να μη χωράει εκεί πια ούτε ένα,
τότε μέσ’ στη θάλασσα αυτή, άστε με να πνιγώ,

και θα σηκώσω ακόμα στεναγμών κύματα τόσα πολλά,
που θ’ αρκέσουν για να σπάσει κι η πιο δυνατή καρδιά,
κι όταν γίνει αυτό, τότε από τα βάσανα θ’ απαλλαγώ.