Πάντα κάτι θα περισσεύει της λήθης

 

«Το πηγαινέλα των κυμάτων.
Ένας λυγμός.
Η πρώτη λέξη ενός παιδιού».

Κι αν η ποίηση είναι πράγματι η πρώτη λέξη και η πρώτη κραυγή του ανθρώπου; Κι αν η γλώσσα της ποίησης είναι ο «Λόγος» που ευαγγελίζεται ο Ιωάννης μεταφέροντάς μας τα απομεινάρια της λαλιάς του Θείου; Τι άλλο απομένει, λοιπόν, παρά κάποια σπαράγματα λόγου που περισσεύουν της λήθης εγγεγραμμένα σε ένα πρωτόγονο ποιητικό σύμπαν…

Αυτά είναι και τα σπαράγματα της μνήμης που ψαχουλεύει η Μάρω Γαλάνη μέσα από την ποιητική της συλλογή «Όσα περίσσεψαν της λήθης», εκδόσεις Πολύεδρο. Ποιήματα που άλλοτε αναμοχλεύουν το υλικό τους από τον έρωτα (ή όπως η ίδια γράφει «ΣΧΕΔΟΝ ΕΡΩΤΙΚΑ»)  και άλλοτε από την γραμμική ύπαρξη της καταγωγής.

Μια απουσία ελλοχεύει σε ολόκληρη την ποιητική συλλογή. Μια απουσία ενός «άλλου» που ενώ ακροβατεί στη μνήμη με τις εικόνες του, με το σώμα του και με την παρουσία του εντούτοις στο ποιητικό παρόν παραμένει «ένα αδειανό πουκάμισο».

Τι άλλο θα μπορούσαν να είναι όσα περισσεύουν της λήθης από «άδεια πουκάμισα» που πολλά κορμιά τα φόρεσαν αλλά πάντοτε θα αναζητούν το σώμα εκείνο που τους ταιριάζει. Κι αν η παρουσία προσφέρει μια κατάφαση, η ποίηση της Γαλάνη (συνυφασμένη με την απουσία) προσφέρει το ερώτημα: Τι απομένει στη μνήμη;

«Το κρεβάτι ρημάζεται,
εσύ απών.
Σαν τότε
που ζωγράφιζες
τις νύχτες
της μάνας σου τη δεξιά θηλή
που λείπει από τον μαστό της».

Στη μνήμη περισσεύουν όλα όσα ζήσαμε. Όλα αυτά που καλύτερα, βέβαια, να ξεχνάγαμε αλλά ο ακούραστος νους του ποιητή που θεάται το ΙΔΕΑΤΟ έρχεται να τα φανερώσει μπροστά μας. Κι αν νομίζει κάποιος ότι μπορεί  η μνήμη να διασώσει την ύλη, κάνει μεγάλο λάθος. Η μνήμη και όσα θα περισσέψουν σε αυτή διασώζει μόνο την ΙΔΕΑ και την ανάγει σε κάτι υπερβατικό, σε κάτι άπιαστο.

Αυτό, λοιπόν, το άπιαστο εδράζεται μέσα στην ποίηση της Γαλάνη. Δεν υπάρχουν ισορροπίες και ευκολίες στη μνήμη. Ο αναγνώστης το αντιλαμβάνεται εξ αρχής αυτό και μέσα σε όλο το πέρασμα από τα μονοπάτια του βιβλίου μια απουσία τον κατατρύχει. Μια απουσία που ανασκαλεύει μέσα μας προκειμένου να φέρει στο φως τα κτερίσματα του παρελθόντος. Η ποίηση αυτή αγγίζει βαθύτερες χορδές στα εσώψυχά μας. Εκεί που ξέρουμε ότι κρύψαμε όσους και όσα «ΛΗΣΜΟΝΗΣΑΜΕ» αλλά αυτά δεν ξεθώριασαν.

«Θα εκκρεμεί για πάντα
μια λευκή γραμμή
που θα μπορούσε να ενώσει
την κόρη του δεξιού ματιού
με το κέντρο της καρδιάς.

Θα μου χρωστάς
πάντα
μια ανυπότακτη υγρή
νύχτα
έξω στη βροχή».

Απουσία, φυγή μα όχι λιποταξία από την ίδια τη ζωή. Η σκέψη της Γαλάνη δεν λιποτακτεί από τις αναμνήσεις. Δεν τις φτιασιδώνει και δεν τις θεοποιεί. Μας δίνει τις στιγμές της μνήμης όπως είναι. Δεν μας υπόσχεται κάθαρση. Δεν μας χαρίζεται με λόγια αλλά μας παρουσιάζει τα μνημονικά περισσεύματα σαν λεπίδες που χαράζουν τον φλοιό της ύπαρξής μας και αδειάζουν ποτάμια οι θύμησες.

Δεν είναι μόνο μια ποίηση ερωτική. Δεν είναι μόνο μια ποίηση υπαρξιακή. Είναι όλα αυτά και ταυτόχρονα μια απαίτηση ανάμνησης του πόνου, της χαράς και του μεταξύ τους κενού που χάσκει στο διάβα μας.

Αρκούν, λοιπόν, όσα περισσεύουν της μνήμης να φτιάξουν τη ζωή μας; Αρκούν όλα όσα κρύψαμε σε ένα ΜΗ- ΣΥΝΕΙΔΗΤΟ χώρο να δομήσουν την ποίηση; Ναι, αρκούν γιατί πηγάζουν από μέσα μας. Η ποίηση της Γαλάνη μαζεύει κομμάτια μνήμης, εικόνες που φώλιασαν μακριά από απαγορευτικά και ΥΠΕΡΕΓΩΤΙΚΕΣ βουλές. Με αυτές τις λέξεις δίνει σχήμα και μορφή στα ποιήματά της χωρίς να γίνεται ημερολογιακή η γραφή. Οι λέξεις της και τα νοήματα είναι στιβαρά γι’ αυτό και μπορούν να αγγίξουν τον αναγνώστη. Να αποθέσουν το βάρος τους μέσα του. Γιατί, τι άλλο είναι η μνήμη εκτός από βάρος; Μόνο που η Γαλάνη κατορθώνει και το μετατρέπει σε ποίηση.

«Ντύθηκα χτες ρούχο της μάνας μου
πανί με ανθάκια ευωδιαστά
σ’ όλα τα χρώματα,
φρέσκα, χλωρά.

Στάθηκα στον καθρέφτη της
κι είδα στο μέρος της καρδιάς
ένα ηλιοτρόπιο να πεθαίνει».

Η μνήμη βαφτίζεται στην Αχερουσία, στο θάνατο. Και αυτό το ξέρει καλά η ποιήτρια. Δεν μας το κρύβει. Εξ αρχής ακολουθούμε φασματικές εικόνες που μας ταξιδεύουν στον ΑΔΗ της ψυχής μας. Εκεί βρίσκεται εξάλλου και η πηγή της μνήμης για ένα ποιητή. Η Γαλάνη χειρίζεται άρτια τόσο τον ποιητικό λόγο όσο και τις εικόνες που πλάθει. Και ο αναγνώστης – συνοδοιπόρος διαβάζοντας το βιβλίο, αγγίζει τα σαρκία και των δικών του αναμνήσεων.

Κι αν οι υπόλοιποι άνθρωποι πίνουν το νερό της λήθης πριν έρθουν στη γη, στους ποιητές πάντα κάτι θα περισσεύει της λήθης…