Soneto II

Garcilaso y Boscán siendo llegados
al lugar donde están los trovadores
que en esta nuestra lengua y sus primores
fueron en este siglo señalados,

los unos a los otros alterados
se miran, demudadas las colores,
temiéndose que fuesen corredores
o espías o enemigos desmandados;

y juzgando primero por el traje,
pareciéronles ser, como debía,
gentiles españoles caballeros;

y oyéndoles hablar nuevo lenguaje,
mezclado de extranjera poesía,
con ojos los miraban de extranjeros.

 

*
Σονετο Β΄

Γκαρθιλάσο και Βοσκάν σαν έφτασαν
εκεί που είναι οι τροβαδούροι
που στον αιώνα αυτόν η γλώσσα μας τούτη
και τα τερτίπια της τους χλεύασαν,

αλλήλους ξενισμένοι εξέτασαν
με το βλέμμα, με άχρωμη τη μούρη
φοβούμενοι ότι θα έτρεχαν σαν κούροι
ή κατάσκοποι ή εχθροί που ξέσπασαν·

και κρίνοντας από το κοστούμι εν αρχή,
τους φάνηκαν, καθώς πρέπει,
Ισπανοί ευγενικοί κύριοι,

και ακούγοντας μια γλώσσα διαφορετική,
και με ποίηση ξένη να την διέπει,
τους κοίταζαν σαν να ήταν μυστήριοι.

 

**********

RESPUESTA A UN CABALLERO

Una copla me enviastes,
Señor, mala yacija,
Hecha con pies de estornija;
El mal es que trasnochastes,
Y al cabo paristes hija.
Mas, sin más satisfación
De los yerros que hay en ella,
Sois digno de haber perdón
Siquiera por la pasión
Que pasastes en hacella.

*

ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΕ ΕΝΑΝ ΚΥΡΙΟ

Ένα άσμα μου έστειλες,
Κύριε, απεχθής δουλειά,
Με στίχο από σιδεριά·
To κακό είναι ότι ανέτειλες,
Και γέννησες μια κόρη τελικά,
Αλλά, χωρίς άλλη ικανοποίηση
Aπό τα υπάρχοντα σ’ αυτή λάθη,
Δεν είστε άξιος για συγνώμης πιστοποίηση
Ούτε καν για της θέρμης την εγγύηση
στης ζωής τα πάθη.

 

***
Soneto IV

 

Si las penas que dais son verdaderas,
como lo sabe bien el alma mía,
¿por qué no me acaban? y sería
sin ellas el morir muy más de veras;

y si por dicha son tan lisonjeras,
y quieren retoçar con mi alegría,
decid, ¿por qué me matan cada día
de muerte de dolor de mil maneras?

Mostradme este secreto ya, señora,
sepa yo por vos, pues por vos muero,
si lo que padezco es muerte o vida;

porque, siendo vos la matadora,
mayor gloria de pena ya no quiero
que poder alegar tal homicida.

 

 

*

Σονέτο Δ

 

Αν λύπες αληθινές είναι που δίνετε,

και καλά το ξέρει η ψυχή μου,

γιατί δεν τελειώνετε μαζί μου;

μόνος ο θάνατος πιο αλήθεια γίνεται·

 

και αν η ευτυχία σε κολακεία διατείνεται,

και θέλουν να παίξουν με τη γιορτή μου,

μου λέτε, γιατί κάθε μέρα χαράζουν τη ζωή μου

με θάνατο με πόνο σε κάθε τι που γίνεται;

 

Φανερώστε μου αυτό το μυστικό, δεσποσύνη,

για να ξέρω, γιατί για σας πεθαίνω,

αν για σας υποφέρω θάνατο ή ζωή·

 

γιατί, όντας εσείς η σκοτοδίνη,

μείζων δόξα θλίψης δεν θα παθαίνω

μπορώντας να κατηγορώ για τέτοια χολή.

 

 

 

******

SONETO II

Musas italianas y latinas,
Gentes en estas partes tan extraña,
¿Cómo habéis venido a nuestra España
Tan nuevas y hermosas clavellinas?

O ¿quién os ha traído a ser vecinas
Del Tajo, de sus montes y campaña?
O ¿quién es el que os guía y acompaña
De tierras tan ajenas peregrinas?

-Don Diego de Mendoça y Garcilaso
Nos truxeron, y Boscán y Luis de Haro
Por orden y favor del dios Apolo.

Los dos llevó la muerte paso a paso,
Solimán el uno y por amparo
Nos queda don Diego, y basta solo.

 

*
ΣΟΝΕΤΟ Β΄

Λάτιν μούσες και Ιταλίδες,
Πλάσματα με ιδιομορφία,
Πώς ήρθατε στη δική μας Ισπανία
Τόσο νέα γαρύφαλλα σαν συλφίδες;

Ή ποιός σαν έφερε ως νεανίδες
στον Τάχο, στα βουνά και στη φυτεία;
Ή ποιός είναι ο οδηγός και η δική σας συνοδεία
σε μια τέτοια προσκυνήτρια γη με παρωπίδες;

Ο Δον Διέγο δε Μενδότσα και ο Γκαρσιλάσο
Μάς φέραν, και ο Βοσκάν και ο Λουίς ντε Άρο
Με του θεού Απόλλωνος τη διαταγή και τη χάρη.

Σιγά σιγά ο χάρος τους σκέπασε με το δικό του ράσο,
Σολιμάν ο ένας, και για να καλμάρω
Μας μένει ο Δον Διέγο, κι αυτός σηκώνει τα βάρη.

 

 

***********

Estando conmigo a solas…

Estando conmigo a solas,
Me viene un antojo loco
De burlar con causa un poco
De las trovas españolas
Al presente;
De aquellas principalmente
Muy altas, encarescidas,
Excellentes y polidas,
Que mucho estima la gente;
Y de aquellos estremados
Que por estilo perfeto
Sacan del pecho secreto
Hondos amores penados.
Son del cuento
Garci-Sánchez y otros ciento
Muy gentiles caballeros,
Que por caos cancioneros
Echan sospiros al viento.
No se me achaque o levante
Que me meto a decir mal
De aquel subido metal
De su decir elegante;
Antes siento
Pena de ver sin cimiento
Un tan gentil edificio,

Y unas obras tan sin vicio
Sobre ningún fundamento.
Los requiebros y primores
¿Quién los niega, de Boscán,
Y aquel estilo galán
Con que cuenta sus amores?
Mas trovada
Una copla muy penada,
El mesmo confesará
Que no sabe dónde va
Ni se funda sobre nada.
Aunque no por un tenor,
Todos van por un camino;
También sabe Guardamino
Quexar su mal y dolor
Sin paciencia;
No hay dél otra diferencia.
Al que se cuelga de un hilo,
Que no ser tal el estilo
Sobre la mesma sentencia.
Y de aquí debe venir
Que contando sus pasiones,
Las más más comparaciones
Van a parar en morir;
Van de suerte
Que nunca salen de muerte
O de perderse la vida;
Quitaldes esta guarida,
No habrá copla que se acierte.
Por donde los trovadores
Son de burlas y reír
Que no se dan a escrebir
Sino penas y dolores.
¡Cosa vana,
Que la lengua castellana,
Tan cumplida y singular,
Se haya toda de emplear
En materia tan liviana!
Coplas dulces, placenteras,
No pecan en liviandad,
Pero pierde autoridad
Quien las escribe de veras,
Y entremete
El seso por alcahuete
En los misterios de amor;
Cuanto más si el trovador
Pasa ya del caballete.
Y algunos hay, yo lo sé,
Que hacen obras fundadas
De coplas enamoradas,
Sin tener causa por qué.
Y esto está
En costumbre tanto ya,
Que muchos escriben penas
Por remedar las ajenas,
Sin saber quién se las da.
Pero digo que arda en ellas
De los pies a la cabeça,
Decidme, ¿a quién endereça
Sus coplas y sus querellas?
Si las vende
A la dama que le prende,
¿Qué mayor desaventura
Que hablar por escritura
Con quien sé que no la entiende?
Cuanto más que ni leer
Las más saben ni escrebir.
Y en el dar o rescibir
Aún hay algo que hacer.
Mal mascada
Vais, copla desventurada,
Y la que más os estima
Devana su seda encima,
Y quedáis vos allí aislada.
Ved qué donoso presente,
Que la que más fe aventura
Por gozar d’esta locura,
Ni la gusta ni la siente;
Y el provecho,
Es que por vuestro derecho,
Alguna dama loquilla,
Dirá por gran maravilla:
«¡Ay, qué coplas que me han hecho!»
Pues si donde era razón
Tan pequeño fruto hacen,
Con los demás, aunque aplacen,
Deshonesta cosa son,
Y muy vano
Exercicio, y aun profano,
Publicar yo mis flaquezas,
Liviandades y baxezas,
Y escrebirlas de mi mano.
Sobra de bien y pan tierno
Hace que los amadores
Comparen el mal de amores
A las penas del Infierno.
Tú, Cupido,
Estás muy favorescido
Pensando que aquello es,
Mas donde hay dolor francés
El tuyo queda en olvido.

Final
Coplas y locuras mías,
Vuestro tiempo se ha llegado
Para aliviar el enfado
Destos trabajosos días.
Todas pasaréis por buenas,
Siendo aquel que os da favor,
Por natura mi señor,
Y por suerte mi Mecenas.

 

 

*

Βρισκόμενος μόνος με τον εαυτό μου…
Με τον εαυτό μου, και με αυτόν μόνον
Μου ‘ρχεται μια τρελή επιθυμία
Ο βάσιμος σαρκασμός με αιτία
των ισπανικών κανσόνων
Στο παρόν·
Αρχικά αυτών
Των πολύ υψηλών, τιμημένων,
Εξαιρετικών και προσεγμένων
Που ο κόσμος εκτιμά ύπερ πολλών·
Και από αυτά τα ακραία
Και από το τέλειο ύφος
Βγάζουν μυστικά τους σε πλήθος
Όπως συναισθήματα μοιραία.
Ως ήχος μυθικός
Ο Γκάρσι-Σάντσεθ κι άλλοι, σωρός
Κύριοι πολύ ευγενικοί,
Που ως κατά λάθος μουσικοί
Ρίχνουν πνοές ασαφώς.
Μην μου καταλογιστεί κακό
Το ότι μιλώ με λόγο αθυρόστομο
Για αυτόν τον μεγαλόστομο
Για το λόγο του τον ευγενικό
Νιώθω αρχικώς
Λύπη που βλέπω ότι έγινε ανεπαρκώς
Ένα κτίριο τόσο ζεστό,

Και κάποια έργα με τρόπο τόσο σωστό
Αλλά ασαφώς.
Οι χάρες και οι κολακείες, να τες
Δεν τις παίρνει από τον Βοσκάν, ποιός;
Και αυτός ο τρόπος ο γοητευτικός
Που μετράει τις αγάπες;
Kαι όσο πιο τραγουδιστή
μια στροφή πολύ λυπητερή,
Ο ίδιος θα ομολογήσει
Ότι δεν ξέρει τη λύση
Και δεν έχει που να πιαστεί.
Και αν όχι για έναν τενόρο,
Όλοι κάνουν την ίδια πορεία
Και ο Γουαρδαμίνο ξέρει με στοιχεία
Να παραπονιέται για τον πόνο και το σκόρο
Χωρίς υπομονή
Δεν υπάρχει αλλαγή.
Στον από ένα νήμα κρεμασμένο,
Και με το ίδιο ύφος δεμένο
Πάνω στη ίδια εφαρμογή.
Και από δω βγαίνει
Ότι τα πάθη του μετρώντας

Και τα πιο πολλά σε ζυγαριά αναρτώντας
Ο θάνατος τους τα ραίνει·
Είναι τυχερά
Αφού πάντα ο θάνατος τα κοιτά
Και χάνουν το βορρά·
Πάρ’ τους αυτή τη φωλιά
Και δεν θα υπάρξει ποίημα-στροφή με σιγουριά.
Έτσι οι τροβαδούροι
Είναι για εμπαιγμό και γέλια
Αφού δεν γράφουν τέλεια
Πάρα μόνο για πόνο και θλιβερή μούρη.
Τί μάταιη ύλη,
Που η γλώσσα στην Καστίλη
Τόσο μοναδική και γεμάτη
Έγινε τώρα γινάτι
Σε ευτελή χείλη!
Γλυκές, ευχάριστες στροφές
Δεν αμαρτούν σε αναξιότητα
Αλλά χάνει την δίκή του οντότητα
Όποιος γράφει όντως αυτές,
Και βάζει στο παιχνίδι μέσα
Το νου με τα πολυμέσα
Στα μυστήρια της αγάπης·
Πόσο μάλλον αν ως τραβούρος κράχτης
Ξεπερνάει πια και τη μετρέσα.
Και είναι κάποιοι, εγώ το ξέρω,
Που κάνουν έργα με βάση
στροφές στου έρωτα τη βράση,
τη αιτία του δεν την φέρω.
Και είναι πια αυτό
Τόσο στο ανθρώπινο μυαλό,
Που πολλοί γράφουν για έννοιες
Για να μιμηθούν τις ξένες,
Αγνοώντας τον αιγιαλό.
Aλλά λέω σε αυτές να καεί
Από τα πόδια ως το κεφάλι
Πείτε μου ποιανού διορθώνουν τη ζάλη
Οι στροφές και οι καημοί;
Αν τις πουλά
Στην κυρία που του βάζει φωτιά
Τί μεγάλη καταστροφή
Απ’το να μιλάς με γραφή
Με τούτη, ξέροντας ότι δεν την νοά;
Όσο ξέρουν να διαβάζουν
Τόσο να γράφουν ξέρουν
Και στο να δίνουν και να φέρουν
Κάτι ακόμα μπορούν να βαστάζουν.
Κακώς μασημένη
Πάτε, στροφή δυστυχισμένη,
Και αυτή που σας εκτιμά
Το μετάξι της περιπλέκει αδρά.
Και μένετε εσείς εκεί απομονωμένη.

Δείτε τί παρόν σατυρικό,
Για την πιο τολμηρή
Και να χαίρεται τη ζωή της την τρελή,
Είναι και μη, ένα και το αυτό·
Kαι το πλεονέκτημα
Είναι ότι με δικό σας κληροδότημα,
Κάποια παλαβή σε κάλλη
Θα πει από έκπληξη μεγάλη:
‘’Ω, τι στροφές έκανα εγώ απόκτημα”!
Έτσι αν όπου υπήρχε λογική
Καρπό κάνουν τόσο μικρό,
Με τους πιο πολλούς, αν και παύουν τον καιρό,
Η κοροϊδία είναι εν ζωή,
Και πολύ κενή
Άσκηση, και πιο αισχρή,
Να δημοσιεύσω εγώ τις δικές μου αδυναμίες,
Ελαφρότητες και κακίες,
Και του χεριού μου να είναι γραφή.
Περίσσιο από καλό και φρέσκο ψωμί
Κάνει τους ερωτευμένους
Να συγκρίνουν τους έρωτες τους διαλυμένους
Με τις θλίψεις της κολάσεως τη γη.
Έρωτα, εσύ
Που είσαι όλος χρυσό πετσί
Σκεφτόμενος ότι αυτό είναι,
Αλλά όπου στα γαλλικά λένε φαρμάκι πίνε
το δικό σου κανείς δεν το υμνεί.

Τέλος
Στροφές και δικές μου τρέλλες,
Ήρθε ο καιρός
Για να ηρεμήσει ο θυμός
Από αυτές τις δύσκολες μέρες.
Όλες θα ‘χετε πετύχει,
Αφού αυτός που σας προτιμά,
Είναι ο κύριος μου φυσικά,
Και ο Μαικήνας μου για δική μου τύχη.

 

*****************************************************

ΕΠΙΜΕΤΡΟ

 

―Η κακή ομιλία δεν δύναται να καλλωπιστεί με καμία ευγλωττία―
Ισπανός συγγραφέας και ποιητής

Θεωρείται ένας από τους κυριότερους υποστηρικτές του οκτοσύλλαβου μεσαιωνικού στίχου
‘’H τύχη έγκειται στην ορθή κρίση’’

Ο Κριστόβαλ δε Καστιγιέχο γεννήθηκε περίπου το 1490 στην Σιουδάδ Ροδρίγο, στη Σαλαμάνκα, στην Ισπανία. Εισήλθε ως μέλος στην Κιστερκιανή τάξη στο Μοναστήρι του Αγίου Μαρτίν του Βαλδειγλέσιας. Από το 1525 πήρε τη θέση του γραμματέα του αρχιδούκα Φερνάντο, εγγονού του Φερνάντο του Καθολικού. Ήταν ένας από τους τελευταίους που χρησιμοποίησε τον μεσαιωνικό στίχο με οχτώ συλλαβές. Θεωρείται ο ύστατος αντιπρόσωπος της ποιητικής εθιμικής αντίδρασης απέναντι στις μετρικές ιταλικές μορφές. Ο Κριστόβαλ δε Καστιγιέχο πέθανε στις 12 Ιουνίου του 1550 στη Βιέννη, στην Αυστρία. Θάφτηκε στο Βίνερ Νόιστατ.

Πηγή
https://www.buscabiografias.com/biografia/verDetalle/967/Cristobal%20de%20Castillejo
Autor: Víctor Moreno, María E. Ramírez, Cristian de la Oliva, Estrella Moreno y otros
Website: buscabiografias.com