AVE MARIA GRATIA PLENA

Ὥστε ἡ ἔλευσί Του αὐτή! Νὰ ἰδῶ ἤλπιζα πάλι
σκηνὴ δόξης θεσπέσιας, ὡς ἔχουν διηγηθῆ
γιὰ κάποιονε τρανὸ Θεὸ ποὺ ὡσὰν χρυσῆ βροχὴ
διέῤῥηξε σιδεριὲς βαρειὲς κι’ ἔλουσε τὴν Δανάη:

Ἢ ἕνα θέαμα φριχτὸν ὡς ὅταν ἡ Σεμέλη,
ἀπὸ ἀγάπην ἄῤῥωστη κι’ ἄσβεστη πεθυμιά,
εὐχήθη τὸν Θεὸ νὰ ἰδῇ καθάριον, κι’ ἡ φωτιὰ
ξετέλεψέ τη ἁρπάζοντας τὰ καστανά της μέλη:

Μ’ ὄνειρα τέτοια χαρωπὰ τὸν ἅγιο ἔψαξα τόπο,
καὶ νῦν μὲ μάτια καὶ καρδιὰ γιομᾶτα θᾶμμα στέκω
μὲ τῆς Ἀγάπης τὸ ὕψιστο μυστήριο ἀντικρυστά:

Κάποιο κοράσι ἐν γόνασι χλωμὸ μὲ δίχως πόθο,
κι’ ἄγγελον εἰς τὸ χέρι του κρίνο νὰ φέρῃ βλέπω,
κι’ ἀπάνωθέ των ζάλευκα Περιστεριοῦ φτερά.

VITA NUOVA

Ἐστάθην μπρὸς στῆς θάλασσας τὸ ἄπιωτο κρασὶ
ὥσπου μαλλιὰ καὶ πρόσωπον τ’ ὁγρὸ κῦμα μουσκεύει·
οἱ κόκκινες μακρὲς φωτιὲς τῆς μέρας ποὺ τελεύει
καῖγαν στὴν δύσι· τ’ ἄνεμου ὁ αὐλὸς μουντὰ ν’ ἀχῇ·

κι’ οἱ φασαριόζοι γλάροι στὴν στερηὰ εἶχαν χαθῆ:
«Ἀλί!» κραυγάζω, «Ὁ βίος μου στὸν πόνο ἔχει πλεύσει,
καὶ ποιὸς στάρι χρυσὸ ἢ καρπὸ δύνεται νὰ συλλέξῃ
’πὸ αὐτοὺς τοὺς ἄχρηστους ἀγροὺς ποὺ ὠδίνουν ἐς ἀεί!»

Χαῖναν πλατιὰ τὰ δίχτυα μου, τρῦπες, ψεγάδια πλήθια,
ὡστόσο τὰ ἐπέταξα ὡς τὴν στερνὴ ῥιξιά μου
ἐντὸς θαλάσσης, κι’ ἔπειτα τὸ τέλος καρτερῶ.

Ὅταν ἰδού! Μιὰ αἰφνίδια λαμπρότης! Κι’ εἶδ’ ἀλήθεια
μέσ’ ἀπὸ τὰ μαυρόνερα, βάσαν’ ἀλλοτινά μου,
λευκῶν μελῶν ν’ ἀνέρχεται τὸ θάμπος τ’ ἀργυρό!

TRISTITÆ

Αἴλινον, αἴλινον εἰπέ, τὸ δ’ εὖ νικάτω

Καλῶς γιὰ ἐκεῖνον ὅπου ζῆ ἀναπαυτικὰ
μὲ πλῆθος μάλαμμα ἐντὸς κτήσης τρανῆς,
μήτε πιτσύλισμα προσέχει τῆς βροχῆς,
τὸ νὰ σωριάζωνται τοῦ δάσους τὰ δεντρά.

Καλῶς γιὰ ἐκεῖνον ποὺ δὲν ἔχει ζυμωθῆ
μὲ τὲς ὠδῖνες ἀπ’ τῆς πείνας τὸν καιρό,
μ’ ἕναν πατέρ’ ἀπ’ ἔγνοια, δάκρυα, ψαρό,
μὲ μιὰ μητέρα ποὺ ὅλο κλαίγει μοναχή.

Ὅμως καλῶς στὸν ποὺ τὸ πόδι του πατᾷ
μόχτου κι’ ἀπάλης τὴν κοπιαστικὴν ὁδό,
μὰ μὲ τοῦ βιοῦ του τοὺς καημοὺς γιὰ ὑλικὸ
σκάλες σηκώνει νά’ ρθῃ στὸν θεὸ σιμά.