Πριν κατανοήσει κανείς την εξέλιξη ενός ποιητή, ωφέλιμο και διαφωτιστικό για την πορεία του είναι να ξαναδεί παλαιότερα ποιητικά πονήματά του. Εκεί μπορεί να ανακαλύπτει τη ρίζα θαυμάσιων, ατελείωτων εικόνων, ήχων και συλλογισμών, όπως στην περίπτωση του Παναγιώτη Ι. Ηλιόπουλου. Η γραφή του στην πρώτη του ποιητική συλλογή, με τίτλο Ο Επιών Καιρός, σε απαγάγει από την πραγματικότητα, μεταφέροντάς σε πότε σε αρχαίο σκηνικό με προφητείες, χρησμούς, θεούς που κυριαρχούνται από τα πάθη τους, πότε σε οργιώδεις σκηνές, αντάξιες ενός σαιξπηρικού Ονείρου θερινής νυκτός, με πρωταγωνιστές μυθικά πλάσματα και ποικίλα ξωτικά. Σε τούτο το σκηνικό, τα δέντρα, τα φύλλα, ο ήλιος, η σελήνη προσωποποιούνται, τα δε ζώα ανθρωποποιούνται.
Ο ποιητής ανοίγει και κλείνει δίπτυχες πόρτες μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, εκστασιάζεται, εκτινάσσεται σε αστρικά ταξίδια σε χρόνια αθωότητας. Ενταγμένος στην κυρίαρχη φύση, με τα επιμέρους στοιχεία της, και σεβόμενος τους νόμους της, συνδιαλέγεται μαζί της, αναζητώντας τη γνώση για τα μυστικά της ζωής, του έρωτα, του θανάτου, αναγνωρίζοντας μια αέναη προγονική πάλη, όπως στο ποίημα ‘Vergente Mundi Vespere’: «Μ’ αυτό τ’ αλφάβητο της γνώσης, / πετώντας τις παλιές νύχτες που καίγονταν, / δίχως το κέρδος της ελπίδας, / κέρδιζαν πάντοτε οι πρόγονοί μας / που εύρωστα ζούσαν».
Φυσικά μεγέθη και θεϊκές δυνάμεις και κυρίως η ίδια η ζωή σαν μέγεθος γεννούν ερωτήματα στο ποίημα ‘Τραγικοί ποιητές’: «τέτοιες πλοκές, τέτοιες σκηνές δι’ ελέου και φόβου περαίνουσες ποιος μπόρεσε να γράψει; ποιος υπήρξε ποτέ μεγαλύτερος από τη ζωή;». Σε άλλους στίχους του, στο ποίημα ‘Ομοιότητα’, τονίζει: «πριν τη σιωπή ο λόγος και πάλι ο λόγος μετά τη σιωπή». Στο ποίημα ‘Μεταφυσικά Ι’ επισημαίνει: «θα μπορούσε να μην έχει ειπωθεί ποτέ τίποτα και να είναι γνωστά τα πάντα». Ο έρωτας θριαμβεύει σε αρκετά ποιήματά του- με πολύ δυνατούς στίχους περιγράφονται ολοζώντανα όλες οι πτυχές του. Το ιερό ερωτικό σμίξιμο προβάλλει σαν ένα ακόμη θαύμα της φύσης σε ένα ανταριασμένο της ξέσπασμα και αποτυπώνεται στα ποιήματα ‘Ανάγκη για πλησίασμα’ και ‘Πυρωμένα δέντρα’. Το ζευγάρι, η φύση, τα πάθη και οι επιθυμίες θυμίζουν κουαρτέτο σε μοναδικές μελωδίες με ικανότατο μαέστρο τον έρωτα.
Σαν όμως η αγάπη ατονεί και η αλήθεια θαμπώνει, όλη η πλάση συρρικνώνεται, μικραίνει, γίνεται λίγη, όπως παρουσιάζεται στο ποίημα ‘Λίγη αλήθεια’: «Λίγα είν’ τα χιόνια πάνω στα βουνά / λίγοι είν’ οι ήχοι, λίγα τα πουλιά / λίγος είν’ ο ήλιος, λίγη κι η βροχή / λίγη κι η αλήθεια που μου είχες πει». Κανένας όρκος και καμία απόφαση για μελλοντική πορεία δεν μπορεί να εμποδίσει το αναπότρεπτο και τις μυστηριακές του δυνάμεις. Ούτως ή άλλως, ο φόβος της απώλειας κάνει το αντικείμενο του πόθου ακόμη πιο ποθητό. Είναι σαν να μονολογεί ο ερωτευμένος, είσαι τα πάντα, είσαι το σύμπαν μέσα μου και εγώ μελωδός που υμνεί την αγιοσύνη σου!
Οι φόβοι υπαρξιακοί ζωντανεύουν, επίσης, στην ποίηση του Π. Ι. Ηλιόπουλου και συγχρόνως αντιτίθενται με παράτολμα σχέδια και δράσεις. Ύστερα από τόσα άλυτα μυστήρια, ο ποιητής ομολογεί, όπως στο ποίημα ‘Σκληρότεροι χειμώνες’, πως μια βαθιά μεταφυσική αγνωσία είναι το αναμενόμενο αποτέλεσμα του ανθρώπινου βίου: «Μυστήριο ακόμη! Σαν να μην / έχω μάθει τίποτα. / Τα πάθη μου γερνούσαν γρήγορα, / σαν άλογα διέσχισαν τα σύνορα, / βορά σκληρών θηρίων, πονηρών».
Οι στίχοι της εν λόγω ποιητικής συλλογής συχνά αποπνέουν μια μοναξιά με παράλληλη εσωτερική πληρότητα, γνώση αποκτηθείσα με κόπο, καρτερία, σοφία που αφήνει μια πικρή επίγευση, με τη σκέψη στον έσχατο καιρό που έρχεται: «Χαμηλά να πετάξω, χαμηλά, / λιτόσαρκος. / Κι αν μέσα από την πύρινη / ψυχή του χώματος θα πρέπει / κάποτε ν’ αναδυθώ / θα δέσω στη στεριά ένα πιο / δυνατό σκοινί / στις όχθες των ημερών / που δεν δάμασα ακόμη».









