Φωτoγραφία: Eιρήνη Θαρενή

 

Η ομίχλη ήρθε και κάλυψε τα πρόσωπα ολάκερου του πληρώματος. Δεν έβλεπαν ούτε τη θέση των δαχτύλων στο πρόσωπό τους. Παχύ στρώμα είχε καλύψει τα πάντα και σβήσει ολάκερο τον κόσμο. Κάθε ορατή μορφή είχε χαθεί από τα μάτια τους. Βαριά μυρωδιά κάλυπτε το σώμα των ναυτικών κι έμπαινε στα ρουθούνια τους. Το πλοίο πορευόταν στα τυφλά. Ήχοι από σειρήνες ακούγονταν μέσα στο πυκνό βαμβάκι της πνιγηρής ομίχλης. Βρώμα. Βρώμα και Σειρήνες. Δεν ξεχώριζες που βρίσκονταν θάλασσα και ουρανός· μήτε στεριά μήτε γαλήνη.

Το εμπορικό διέσχιζε τα στενά της Μάγχης. Η μύτη της πλώρης, ούτε που φαινόταν.

Η Ειρήνη ξύπνησε. Προσπάθησε να στεγνώσει τα όνειρά της από την πρωινή υγρασία· να της αφήσουν διάβα επιστροφής στον ορατό κόσμο. Πέρασε το ριχτό της ύφασμα γύρω από τους ώμους, φόρεσε τα υφασμάτινα υποδήματά της και κατευθύνθηκε στο μπάνιο. Άνοιξε το φινιστρίνι. Θαλασσινός αέρας κύλησε στις φλέβες της. Τα πνευμόνια της γέμισαν.

Ακόμα ξημέρωνε.

Ένιωσε να επιστρέφει στη γενέθλια πόλη, μετά από καιρό. Από το παράθυρο του σπιτιού της διακρίνονταν τα ρολά των εμπορικών που οι μαγαζάτορες ανέβαζαν βιαστικά στο έμπα της ημέρας. Η Θαρενή νοστάλγησε. Όλα ήσαν εκεί: Το παντοπωλείο του Σταύρου, Το χασάπικο του Δραμάλη, Ο Κοντονής με τα υδραυλικά του, Ο φούρνος του Μιχάλη. Ένα-ένα τα πρόσωπά τους, πέρασαν από το βλέμμα της. Η ομίχλη άρχισε σιγά-σιγά να αραιώνει. Ψήγματα από θαλασσινό νερό, χρώματα ουράνια, ριπές του γκρί, το μουντό των κυμάτων στο πέλαγος, ασπρίσματα από φτερά, παφλάσματα, φτεριανά θαλασσοπούλια που έδειχναν τη στεριά, γέμισαν το στήθος της με τα γνώριμα και τα οικεία του θαλασσινού της κόσμου. Ο ήλιος, αδύναμος και ξένος. Μια βαθιά ανάσα άνοιξε το στέρνο της και μια αισιοδοξία γυναίκας άφησε μέσα της πνοή και γέννησε τον σπόρο της ημέρας.

Τα φώτα τής πόλης της έσβηναν το ένα μετά το άλλο, και το λεωφορείο που μετέφερε τον κόσμο στη δουλειά, όριζε ξανά μια νέα όσο και ίδια διαδρομή, αυτή που η Ειρήνη είχε μέσα της από παιδί, και που στη θάλασσα τον είχε από καιρό λησμονήσει.

Η Ρένα γονάτισε κάτω από την Εικόνα και από τη Χάρη της, έφερε στα χείλη της μια παράκληση που ήταν μαζί και προσευχή: Άχραντος Θάλασσα, Ομφαλός Απέριττος, Κοιλία Εύφορος, Βίος Αλίδρομος, Σπλάχνων Εύπορον, Εν Κύματι Ρυθμός, Ομοούσιο Υδωρ, Γαστήρ Μητρός, Μήτρα Παλλόμενη, Πνοή Ακμάζουσα, Οφθαλμός Ανεμπόδιστος, Νύμφη Υδάτινη, Ελεήμων Τροφός, Γαλήνη Ακύμαντη, Ρεύμα Ονειρικών, Βουλήσεως Πέλαγον, Πλοής Όρχησις, Ονείρων Άφατον, Πηγή Ανεμπόδιστος, Θέλξη Υπεσχημένη, Γνώση Απόγνωσης, Νόστος Αλμυρός, Ζωή Μεγάπτερος, Παμφώτιστος Ζωστήρ, Σιωπή Ασάλευτος, Σημάντρου Κύμανσις, Γεννήτορος Βλάστησις.

Έριξε τα λόγια αυτά στο στόμα της κι ένιωσε το δικαίωμα στην προσευχή να την πλημμυρίζει.