*Το ποίημα ανήκει στο ανέκδοτο (ομώνυμο) ποιητικό έργο Ὀρίγανος ὁ Ἔρωντας. Αφιερώνεται στη μνήμη του Νίκου-Γαβριήλ Πεντζίκη (17/30 Οκτωβρίου 1908-13 Ιανουαρίου1993).

 

I

Κοιμᾶμαι
κι ἡ τύχη μου δουλεύει στὸ ρελαντί της
ἔτσι νομίζω δίκαιο
ποὺ σκαρώνω τ΄ὄνειρο
μὲ ἄδειο του τὸν τενεκὲ στὸ χέρι
συνάζοντας στάλα τὴ στάλα
δάκρυα πάντα ἐκπρόθεσμα
στὸν ἄπορο καιρό

Διαβαίνει
πίσω μου ἐκεῖνος ποὺ δὲν ἤτανε
νὰ γίνει ὅ,τι εἶχε ὀνειρευτεῖ
καὶ μπρός μου, σὰν ἧττα μου εὐθυτενής,
λόγια ψιθυριστὰ τοῦ Χαίλντερλιν ἀπὸ χαδούλια ἀστράκια
νύχτας φεγγόβολης

στὸ ἄσυλο τὰ εἶδε
ἀπ΄τ΄ ἀνοιχτὸ παράθυρο ὁ βὰν Γκὸγκ
καὶ τὸ παράλογο σὰν τὸ Τριώδιο ἄνοιξε
δίχτυ φαντὸ ἀπὸ φῶς,
νωπὴ χαρὰ κι ἀνείπωτη
ποὺ νὰ χωράει τὰ πάντα

Σιωπή μου, ἐσὺ ἀνήσυχη, ἀπὸ τ΄αὐτιὰ τοῦ δίχταμου
πᾶμε νὰ πιάσουμε τ΄ἀνέγγιχτο
γιατὶ ἐτούτη ἡ δύναμη μέσα στὴν ἐκκλησιὰ τὴ σφριγηλὴ
ποὺ σοῦ τραβάει κουπὶ
σωστὰ ἀγάπησε κι ἀντέχει.

Δὲ γίνεται. Μονάχος του νὰ πεῖ κανεὶς τὸ ἀλάθητο δὲ γίνεται.
Μήτε καὶ νὰ τὸ πιεῖ.
Αὐτὴ ἡ ἧττα μοῦ ἀρέσει. Μὲ ντύνει ἀπ΄τὰ παλιὰ
καὶ μοῦ φοράει τὰ καινούργια ἄστρα καὶ στίχους
καὶ σιωπὲς ἀντιγραφές μου τρυφερὲς ἀσύμμετρες

Ποῦθε ἀρχίζει ἡ ἀρχὴ καὶ ποῦ ἀκριβῶς τελειώνει;

Σσσς! Εὐθυτενεῖς ἵνα εἰσέλθουμε
στὴν πρώτη ὀσμὴ τοῦ Ἔρωντα
Τὰ ὄρη ὁλόρθα τὴν αὐγὴ
τὸ φωτεινὸ σημεῖο τοῦ κέντρου καταπίνοντας
πιστὰ τὴν ἀραδιάζουν στὸν ὁρίζοντα

Ὀρίγανος ὁ Ἔρωντας
κάθε νυχτιὰ ἀναρριχᾶται ἀνάποδα
ὥσπου
νὰ πιάσει τὰ ρουθούνια μας στὸν ὕπνο

Τότε, σιωπή, ἠρέμα. Ξημερώνει.

 

 

II

Ἴσως,
ἄν μηδενίσει ὅλα της τὰ ὑπάρχοντα
ἡ γλώσσα σπαρταρώντας
σὰν ποίηση ἐπιστρέψει
μὲ μιὰ τεράστια περιουσία μένοντας
ἀπὸ ἕνα τίποτα
ὑπάρχει ἐλπίδα νὰ περπατήσουμε ἀλλιῶς
μέσα στὶς λεπτομέρειες τοῦ γρίφου

Μὰ ἐσύ, σπέρμα ἐφήμερο μιᾶς τύχης χαλεπῆς
ὅ,τι καὶ πιὸ ποθεῖς
οὔτε νὰ τὸ μυρίσεις πλέον

Πλέουν
ὥς καὶ τὰ σπίτια πεισμωμένα
στὰ βαλτόνερα
τῆς λησμονιᾶς ἀπόφαση ἐπῆραν
μέσα στὸ πρῶτο δεύτερο
μιᾶς ἔκρηξης ἁπλὰ ποὺ δὲν συνέβη

Κόλαση
ὅ,τι αὐθαίρετα ἀπομακρύνεις
νὰ τὸ ψάχνεις
Ἐκεῖ
σὲ κάδους ἀσκεπεῖς
βιασύνη
ἀποχετεύουμε ὅλη μας τὴν ὕπαρξη

Καὶ οἱ νύχτες πιὸ τρελὲς ἀπὸ τ΄ἁρματοφόρα ποὺ κανεὶς
δὲν ξεπέζεψε. Κανείς.
Ἔτσι δειλὰ ὁπλισμένοι
πλαγιάζουμε τὴν ἀθλιότητα.
Ἔτσι δειλὰ ὁπλισμένοι
θὰ πεθάνουμε.

Μοναξιασμένα πάνω σ΄ἕναν κάβο
ἄδεια τὰ πρόσωπα
Στὴν ἄκρα πούντα βούλιαξαν
ὥς καὶ οἱ χοροστάτες. Τώρα
φοβοῦνται οἱ φαῦνοι ἀκόμα
καὶ τ΄ἀπόνερα.

Κι ὁ ποιητής, αὐτὸς ποὺ γράφει ὄχι
μὰ ποὺ δέν, ὁ ἄλλος,
ὁ τρελὸς κι ἀπράγματος
γιορτάζει
μιὰν ἐλευθερία ποὺ κανεὶς δὲν τὴ μεσίτεψε
ὅταν σὰν ὄνειρος ἀπὸ τὴ λάσπη
στὰ ὄρη ἀνατείνεται.

 

III

Ἐκεῖ ποὺ πιὰ οἱ λέξεις
καμιὰ διάθεση δὲν ἔχουνε γιὰ ἐπιδρομὴ
στὸ ἄναρθρο
μονάχα μὲ τὶς ἀπουσίες τους τὰ λένε
ἄς γίνει πάλι ἀρχή, πάλι μὲ συγχορδία ἑβδόμης
μέρας ποὺ ὅλα παίζονται
πρὸς κάποια ἄλλη ἔνταση

Κι ἄν ὁ ρυθμὸς εἶν΄ἀργαλειὸς ποὺ ὑφαίνει τὸ μαντήλι
σὰν τὰ παλιὰ καινούργια του φορέθηκε
πιὸ φωτεινὸς ἀστράφτει αὐτὸς
ποὺ νύχτα σμίγει καὶ μιλᾶ μὲ τοὺς ἀναστημένους

Παύση
παρεστιγμένη δὶς
ἵνα εἰσέλθουμε εὐθυτενεῖς

Παύση
παρεστιγμένη δὶς
ἵνα εἰσέλθουμε εὐθυτενεῖς

σὲ αὐτὴν τὴν ἧττα γιὰ ὅλους ποὺ θρηνεῖ
κι ἀπ΄ὅλους ἐκθαμβώνεται
φέρνει ὀσμὴ εὐρυχωρίας ἀγέραστος
τοῦ ὄρους ὁ ἀγέρας

ἄγρυπνο χέρι, εὐφρασία μου,
μέχρι καὶ μὲς στὸν νάρθηκα κεντάει τοὺς τοίχους
μὲ ὀνόματα
νὰ βλέπω ἐγὼ ποὺ γίνομαι ἐσὺ καὶ τόσοι ἄλλοι
πῶς ντύνει αὐτὸς ὁ δίχταμος
ποὺ τὰ ρουθούνια σπάει

καὶ τὰ ξεσκλίδια
ἀπ΄τὰ γδαρμένα ροῦχα τῶν παιδιῶν
ποὺ ἐγὼ κι ἐσὺ φονέψαμε
στὰ βάθη καὶ τὰ πλάτη,
εὐφρασία μου,
φωτὸς φαντὸ τὰ ὑφαίνει

ἵνα εἰσέλθουμε τελείως ἡττημένοι
ἵνα εἰσέλθουμε τελείως ἡττημένοι…

 

Στὸν ἄκρο τόπο τῶν φωνῶν
Ὀρίγανος ὁ Ἔρωντας
ποὺ τὰ ρουθούνια σπάει
κάθε αὐγὴ ἀναρριχᾶται ἀνάποδα
καὶ στὴ Σιωπὴ μαθαίνει νὰ κουνάει
τὸν Ὄνειρο
Ὑπερούσιο στὰ ὄρη.