ΟΛΑ ΚΑΙ ΤΙΠΟΤΑ
Το μυστικό που υπήρξαμε βυθιζόμενοι
στον πρώτο παλμό της αγαλλίασης και της παραίτησης.
Όμως φτάνει μια στιγμή που το ΟΛΟ κρύβεται
ή μας εμφανίζεται μεταμφιεσμένο σε ΤΙΠΟΤΑ.
Κάποια φορά σκέφτηκες να μην γράψεις άλλο από καθήκον:
να το ζήσεις άτεγκτα μες στη ζοφερή σιωπή…
Εκεί βρίσκεσαι τώρα;
Δεν πίστεψα πως η νύχτα θα ‘φτανε έτσι..
Χυδαία, πυκνή, δίχως άστρα..
Η δικιά σου πώς είναι;
Αν να το πω μπορούσα
ίσως και να με βοηθούσες να επινοήσω την ελπίδα.
Και δεν είναι πως δεν εμπιστεύομαι:
ελπίζω, πιστεύω και αγαπώ
με μια επιμονή αρραγή και βουβή.
(Ernestina de Champourcín, 1905-1999)
*****************************************************************
Ακόμη και στην Ισπανία, μέχρι σχετικά πρόσφατα, ο όρος «Γενιά του 27» παρέπεμπε στη σύνθεση της γνωστής ανδρικής ομάδας, καλλιτεχνών παγκόσμιας ακτινοβολίας πλέον, όπου δεσπόζει η μορφή τού Federico García Lorca. Αλλά και σε αναφορές στους καλλιτέχνες, που ακολουθούσανε σε δεύτερο πλάνο, δεν γινόταν σχεδόν ποτέ η παραμικρή μνεία στις αναρίθμητες γυναίκες καλλιτέχνιδες της ίδιας γενιάς. Πρόκειται για ένα «τυφλό κομμάτι» της ιστορίας, όπως θα μας πει η Tania Balló, μία από τις πολλές ερευνήτριες που ασχολήθηκε με τις Sinsombrero[1], αυτές δηλαδή που δεν φορούνε καπέλο, προσωνύμιο που θα ονοματίσει και ένα ολόκληρο κίνημα υπέρ της γυναικείας χειραφέτησης σε όλα τα πεδία, πέραν της Τέχνης, ως Sinsombrerismo.
To συγκεκριμένο προσωνύμιο (Sinsombrero) προκύπτει από ένα επεισόδιο που λαμβάνει χώρα στην πολυσύχναστη Puerta del Sol κάπου στα μέσα της δεκαετίας του 1920. Το αφηγείται, μία από τις πρωταγωνίστριες και κυρίαρχη μορφή των γυναικών της συγκεκριμένης γενιάς, η διεθνούς φήμης ζωγράφος Maruja Mallo στην Δημόσια Ισπανική τηλεόραση, το 1980, έχοντας επιστρέψει από την μακροχρόνια εξορία της στο εξωτερικό. Η ίδια μαζί με τους συμφοιτητές της στη Σχολή Τεχνών της Μαδρίτης, Margarita Manso και τον Salvador Dalí, και τον αχώριστο φίλο τους, Federico García Lorca, εντελώς άγνωστοι τότε, βγάζουν επιδεικτικά τα καπέλα τους, ενώπιον του άναυδου πλήθους που σκανδαλίζεται και εξαγριώνεται. Τα καπέλα εκείνη την εποχή αποτελούν σύμβολα αστικής ευπρέπειας, αλλά η αντιδραστική νεολαία της εποχής βλέπει σε αυτά τον ασφυκτικό κορσέ των κυρίαρχων συντηρητικών αντιλήψεων.
O José Luis Ferris, που επιμελείται μια πρόσφατη ανθολογία ποιητριών της γενιάς του 27, επισημαίνει πως οι γυναίκες αυτές «αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του υφαντού της εποχής και έχουν ρόλο πρωταγωνιστικό σε κοινωνικές κατακτήσεις ύψιστης σημασίας, συνδιαμορφώνοντας τον βασικό πυρήνα της γενιάς».
Πρόκειται για μια εποχή όπου έρχεται στο προσκήνιο, από τις ίδιες τις γυναίκες, πιο δυναμικά από ποτέ το ζήτημα του ρόλου των γυναικών στην ευρύτερη κοινωνία. Αίτημα έτσι κι αλλιώς διαρκές πάνω σε δρόμους που έχουν χαράξει λαμπρές γυναικείες μορφές στο παρελθόν[2]. Ωστόσο αυτό που συμβαίνει με τις γυναίκες της γενιάς του 27 μοιάζει να είναι το πλήρωμα του χρόνου για μια μαζική διεκδίκηση. Τα αιτήματα των Sinsombrero είναι ο ώριμος καρπός μιας εποχής τους που ψάχνει εναγωνίως να βγει από την πνιγηρή εσωστρέφεια του παρελθόντος. Η πιο εκδηλωτική ίσως έκφραση της μοντέρνας γυναίκας, με φανερές επιρροές από το εξωτερικό, που διεκδικεί δυναμικά θέση στον δημόσιο χώρο. Η νέα αυτή αντίληψη θα ενισχυθεί περαιτέρω από την έλευση της Δεύτερης Ισπανικής Δημοκρατίας (1931-1939) η οποία παραχωρεί στις γυναίκες δικαιώματα, και που ως τότε μοιάζανε αδιανόητα.[3]
Για να κατανοήσουμε την επί δεκαετίες λήθη που ακολούθησε για εκείνες, που ίσως αποτελεί και την πιο ισοπεδωτική μορφή εξορίας, θα πρέπει να πούμε πως στις δεκαετίες του 20 και του 30, που λαμβάνει χώρα το συγκεκριμένο μπουμ, οι γυναίκες καλλιτέχνιδες παρά το αξιόλογο έργο τους, αγνοούνται προκλητικά. Είναι χαρακτηριστικό πως στην ποιητική ανθολογία του 1932 που επιμελείται ο Gerardo Diego[4], δεν υπάρχει ούτε ένα γυναικείο όνομα. Και μάλλον ως ειρωνικό ηχεί πως στην διευρυμένη επανέκδοση της συγκεκριμένης ανθολογίας, δύο χρόνια μετά, συμπεριλαμβάνονται μόλις δύο γυναίκες[5]. Το ίδιο φαινόμενο, λίγο πολύ, παρατηρείται με αρκετές ανθολογίες στις επόμενες δεκαετίες, όπου οι γυναίκες παραμένουν μια ισχνή μειοψηφία.
Πάνω στις γυναίκες γενικότερα βαραίνει το επί αιώνες άκρως πατριαρχικό δόγμα γυναίκα «άγγελος του οίκου» («ángel del hogar»)[6] που πολλοί επιχείρησαν να το «νομιμοποιήσουν» επενδύοντάς το και με ανυπόστατες, αλλά ευρέως διαδομένες θεωρίες, σύμφωνα με τις οποίες οι γυναίκες δεν μπορούσαν να αναλάβουν ρόλους που υποτίθεται πως ήταν αντρικοί εξ ορισμού. Ακόμη κι αν υπήρξαν μεμονωμένες περιπτώσεις γυναικών που φαινομενικά τουλάχιστον αντιμετωπίστηκαν ισότιμα, για το τότε ανδροκρατούμενο κατεστημένο δεν ήταν παρά εξαιρέσεις που επιβεβαίωναν έναν κανόνα εδραιωμένο στην ισχυρή πεποίθηση πως οι αντρικές πρωτοκαθεδρίες ήταν αδύνατο να απειληθούν από οποιαδήποτε γυναίκα.[7] Και κάπως έτσι ενώ οι άντρες καλλιτέχνες της γενιάς του 27 χρησιμοποιούν τον δημόσιο χώρο για να διατρανώσουν τη ρήξη τους με το παρελθόν, οι γυναίκες το κάνουν για κάτι που θεωρείται ζωτικής σημασίας τη δεδομένη στιγμή: να δηλώσουν την παρουσία τους.
Είναι βέβαιο πως θα μπορούσαμε να μιλάμε για ακόμη πιο ρηξικέλευθες αλλαγές εάν δεν ερχόταν αρχικά η ανείπωτη τραγωδία του Εμφυλίου και αργότερα η ζοφερή περίοδος της πολυετούς δικτατορίας[8]. Με τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο να ρίχνει βαριά τη σκιά του σε όλη την Ευρώπη ξεκινά η αιμορραγία του ξεριζωμού, όπως θα πει η δικηγόρος, πολιτικός και συγγραφές Victoria Kent, για εκατοντάδες χιλιάδες Ισπανούς υποστηρικτές της Δημοκρατίας. Ανάμεσά τους και πάρα πολλές γυναίκες της γενιάς του 27 που όπως και οι συμπατριώτες τους θα βρεθούν διάσπαρτες σε διάφορες χώρες ανά τον κόσμο. Αυτή ωστόσο είναι μόνο μία όψη της εξορίας τους. Καθώς υπάρχουν και πολλές γυναίκες που μείνανε εντός της χώρας, υποφέροντας τα πάνδεινα μέσα στη ζοφερή κατάσταση που δημιουργούσε η καθεστωτική προπαγάνδα που τις δαιμονοποίησε εξαρχής, καθώς και το ανελέητο κυνηγητό που υπέστησαν.

Χωρίς να σημαίνει απαραίτητα πως οι γυναίκες της γενιάς του 27 είχαν μόνο μια ιδεολογική κατεύθυνση, αυτή δηλαδή που ορίζεται από τα ιδεώδη των κομμάτων της Δεύτερης Δημοκρατίας, και ότι μόνων αυτών το έργο είναι άξιο μελέτης, θα πρέπει να επισημανθεί πως για εκείνες οι συνθήκες που διαμορφώθηκαν ήταν πολλαπλά δύσκολες καθώς στοχοποιήθηκαν και κυνηγήθηκαν ανελέητα.
Έτσι βλέπουμε να έρχονται αντιμέτωπες με τρεις μορφές εξορίας σχεδόν σε ολόκληρη τη διάρκεια του 20ου αιώνα:
α) Την εξορία (exilio exterior) με την κλασσική έννοια του όρου, δηλαδή εκείνη της εξόδου από τη χώρα, ενός βίαιου ξεριζωμού και της αναγκαστικής μετοίκησης σε έναν άλλον τόπο.
β) Την εσωτερική εξορία (exilio interior ή insilio) των γυναικών που έμειναν εντός των συνόρων συχνά σαν πρόσωπα χωρίς ταυτότητα.
γ) Και τη μεγάλη λήθη που θα διαρκέσει δεκαετίες «θάβοντας» μέσα της τη σημαντική παρουσία και προσφορά τους στις τέχνες και στα γράμματα.
**
EXILIO EXTERIOR
Ο σπαραγμός του ξεριζωμού αποτυπώνεται ανάγλυφα στα λόγια της συγγραφέα María Teresa León που έζησε μαζί με τον σύζυγο της, Rafael Alberti, για 38 χρόνια εξόριστη:
«Είμαι αποκαμωμένη από το που να μη ξέρω που θα πεθαίνω… Μια πατρίδα, Κύριε, μια πατρίδα όπως μια αυλή ή μια ρωγμή σ’ έναν στέρεο τοίχο. Μια πατρίδα για να αντικαταστήσω εκείνη που μου ξερίζωσαν απ’ την ψυχή με ένα τράβηγμα μόνο».
Ο κύριος όγκος των εξόριστων καταφεύγει κατά εκατοντάδες χιλιάδες, αρχικά στη Γαλλία, πασχίζοντας να επιβιώσει όπως μπορεί στις απάνθρωπες συνθήκες των στρατοπέδων συγκέντρωσης που στήθηκαν όπως-όπως ειδικά για τον συγκεκριμένο σκοπό. Σταδιακά πολλοί από αυτούς διαχύθηκαν κυρίως σε χώρες της Λατινικής Αμερικής, αλλά και σε χώρες όπως οι ΗΠΑ και η Ρωσία ή η Ιταλία αργότερα, όπου δεν ήταν πάντα ευπρόσδεκτοι από τις εκάστοτε κυβερνήσεις. Θα πρέπει ωστόσο να επισημανθεί πως για τους διανοούμενους, χάρη σε οργανισμούς που είχαν ιδρυθεί στη διάρκεια της Δεύτερης Δημοκρατίαςκαι σημαντικούς ανθρώπους των γραμμάτων που κατείχαν θέσεις κλειδιά, όπως ο Octavio Paz και ο Pablo Neruda, κάτι τέτοιο ήταν πιο εύκολο σε σχέση με τους ανθρώπους του απλού λαού.
Μία από τις χώρες που δέχτηκε πολλούς ανθρώπους του πνεύματος, καθώς και χιλιάδες εκπαιδευτικούς και επιστήμονες, ήταν το Μεξικό που αριστερού προέδρου Lázaro Cárdenas, που είχε στενή συνεργασία με τη Δεύτερη Ισπανική Δημοκρατία. Εκεί συναντάμε κάποιες από τις σπουδαιότερες γυναίκες της γενιάς του 27. Μέσα στις αγωνίες της καινούργιας ζωής προσπαθούν να επαναπροσδιορίσουν την ταυτότητά τους, ενώ σε πολλές από αυτές βαραίνει η απόρριψη ή περιθωριοποίηση που είχαν ήδη βιώσει στη χώρα τους και επιπλέον τα άγχη της επιβίωσης, αλλά και του μεγαλώματος των παιδιών τους. Ακόμη κι έτσι όμως συνεχίζουν την πνευματική τους δράση και παράγουν ένα σημαντικότατο έργο, που πλέον δεν γίνεται να αγνοηθεί.
Αναπόφευκτα η τέχνη τους, όπως και η ζωή τους, σημαδεύεται βαθιά από την εμπειρία της εξορίας, μέσα από διαρκή αγώνα, αλλά και από νέους ορίζοντες που ως τότε δεν τους είχαν προσφερθεί. Η σπουδαία φιλόσοφος María Zambrano, που έζησε σε διάφορες χώρες της Λατινικής Αμερικής και της Ευρώπης, θα πει χαρακτηριστικά, πως η εξορία στο Μεξικό της πρόσφερε ελευθερία σκέψης και την απάλλαξε με το άγχος του βιοπορισμού αφού της προσφέρθηκε εκεί μία πανεπιστημιακή έδρα. Όπως βλέπουμε και στην περίπτωση της πεζογράφου Rosa Chacel, που έζησε μεταξύ Βραζιλίας και Αργεντινής, γυναίκες του πνεύματος που στη χώρα τους δεν είχαν λόγο πάνω σε θεωρητικά ζητήματα περί τέχνης, στην εξορία δημιούργησαν και πρόβαλλαν την προσωπική τους θέαση στα πράγματα. Μπορούμε έτσι να μιλάμε για μια τέχνη της εξορίας με τη συγγραφή και έκδοση έργων, την έκδοση δεκάδων λογοτεχνικών περιοδικών, και αργότερα για μια δεύτερη γενιά εξόριστων ισπανών καλλιτεχνών που είναι γνωστοί και ως «παιδιά του πολέμου».
Χαρακτηριστικό επίσης είναι και το παράδειγμα της ποιήτριας Ernestína de Champourcín που έμεινε επί 33 έτη στο Μεξικό παράγοντας ένα ιδιαίτερα σημαντικό ποιητικό και μεταφραστικό έργο κι έχοντας σταθερές συνεργασίες με διάφορα λατινοαμερικάνικα περιοδικά. Σημαντική είναι παρουσία και της Concha Méndez, όχι μόνο συγγραφικά αλλά και εκδοτικά αφού με τον σύζυγο της Manuel Altolaguire, κατά την 5ετή παραμονή τους στην Κούβα αναλαμβάνουν έντονη εκδοτική δραστηριότητα. Η Concha Méndez, μάλιστα είναι μία από τις γυναίκες της γενιάς που δεν γύρισε στην Ισπανία και πέθανε στο Μεξικό το 1986. H María Teresa León , θα εξελιχθεί σε μία από τις μεγαλύτερες πεζογράφους της Ισπανίας με ένα πλούσιο έργο που θα γράψει στις δύο πόλεις όπου παρέμενε το μεγαλύτερο διάστημα της εξορίας : το Μπουένος Άιρες και τη Ρώμη. H Καταλανή ποιήτρια και αθλήτρια Ana María Martínez Sagi που αρχικά τη συναντάμε στη Γαλλία όπου λαμβάνει μέρος στη γαλλική αντίσταση κατά των ναζί, το 1957 θα βρεθεί στις ΗΠΑ και στο Πανεπιστήμιο του Ιλινόις παραδίδοντας μαθήματα Ισπανικών. Και φυσικά δεν μπορούμε να παραλείψουμε τη Maruja Mallo που η παραμονή της στην Αργεντινή της δίνει την ευκαιρία να εμπλουτίσει τη θεματική τηςκαι να εξελιχθεί σταδιακά σε μια ζωγράφο με ένα έργο κατά πολλούς εφάμιλλο της Frida Kahlo.
Κι αυτές είναι μόνο κάποιες από τις αναρίθμητες περιπτώσεις σε όλα τα πεδία της Τέχνης.

*************************************
ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ
[1] Εμβληματικές γυναίκες, και πολλές σε αριθμό, που τη συγκεκριμένη περίοδο, όπου κορυφώνεται η Ασημένια Εποχή των Ισπανικών Τεχνών και Γραμμάτων, αναδεικνύονται σε όλα τα πεδία πέρα από το καλλιτεχνικό: επιστημονικό, εκπαιδευτικό, δημοσιογραφικό κλπ.
[2] Όπως η Concepciόn Arenal (1820-1893) και η Emilia Pardo Bazán (1851-1921), καθώς και κάποιες εμβληματικές γυναίκες της γενιάς του 1898 και του 1914.
[3]Όπως, για παράδειγμα πλήρη πολιτικά δικαιώματα, ισότιμη πρόσβαση σε δημόσιες θέσεις, ίσα δικαιώματα μέσα στο γάμο κλπ
[4] Υπό τον τίτλο Poesía Española. 1915-1931
[5] η Ernestína de Champourcín και η Josefina de la Torre
[6] Σύμφωνα με το οποίο οι γυναίκες πρέπει να ζουν περιορισμένες στο σπίτι για να αναλάβουν τις οικιακές εργασίες και το μεγάλωμα των παιδιών.
[7] Τέτοιες θέσεις είχαν εκφράσει επιφανείς διανοούμενοι όπως : ο Marañon, Ortega y Gasset ή ο Cajal του οποίου οι απόψεις έφταναν στα όρια του μισογυνισμού
[8] Η οποία ξεκινάει το 1939, με το τέλος του Εμφυλίου, και διαρκεί έως το 1975, τη χρονιά που πεθαίνει ο δικτάτορας.









