Άγουρη κι ατίθαση η νιόφερτη άνοιξη,
γλιστρούσε τη βιασύνη της στην ακροποταμιά,
έριχνε τα μαλλιά της ξέπλεκα στ’ ανυπόταχτα νερά
και το φεγγάρι νιο κι αδέσποτο να σκύβει και να βουτά,
μαντίλι κόκκινο στη νύχτα να βάφει και να κεντά.
Θράσευαν γύρω οι καημοί σε χολωμένα νιάτα,
μάτωναν στήθια οι στεναγμοί και κουρασμένα μάτια,
κρυφά να συναλλάσσεται η αρετή με την αμαρτία
και να ζυγιάζεται αδέκαστη η ζωή,
μια στην επιστροφή και μια στην προσδοκία.
Έσφιξαν τα χέρια τους και ψηλάφισαν τη γη,
κύκλωσαν ένα κομμάτι ανοιχτό ουρανό
και με το σουραύλι της σιωπής και το φλασκί του πόθου,
ξημέρωναν τη ζωή ανατολή ‚πλημμύρα και σημάδι,
σαν τ’ όνειρο που ξέφευγε απ’ το βαθύ σκοτάδι.
Αφήναν στην άκρη τις καρδιές κι οι λογισμοί στην κοίτη.
Γύμνωναν τα λόγια τους και με το φως τα ντύναν,
να ’ναι οι μύθοι πιο ζεστοί και οι θεοί πιο ξένοι
στη σύναξη των αισθήσεων ταπεινά να ομολογήσουν
πως είναι αλήθεια ο έρωτας και λευτεριά ο χρόνος.
***
ΑΝΑΠΕΤΑΡΙΣΜΟΙ
Και καθώς πετάρισαν μέσ’ από τα μάτια σου
απόκρυφες αγωνίες κι ανομολόγητοι πειρασμοί,
μια κόκκινη άνοιξη αγιογραφήθηκε στο κορμί σου
και στ’ ανυπόμονα χείλη σου ιστορήθηκαν χρησμοί
που έφερναν κύμα τη ζωή σε αγεωγράφητες θάλασσες
κι αβάσταχτη την ομορφιά της σε αναδρομάρισσες εποχές.
Στο πρόσωπό σου λάμπρυνε η σύνθεση των χρωμάτων,
η έπαρση της συντριβής, η μουσική της σπατάλης
και μάτωσε η αρχέγονη βαθιά πληγή της ανάγκης,
να είναι το φως και η κραυγή προσωπικοί κρυψώνες,
πρωτόπλαστες βιασύνες της χαράς, απόπειρες του δέους,
σε μέρες αχρονολόγητες και άναρχες νύχτες μυστικές.
Προλάβαινα πορφυρογέννητος την ορμή του κόσμου,
καθώς σώπαινες άπληστη ματιά και μορφασμός σημάδι,
ν’ αλλάξω το στίγμα των καιρών, τον ήχο των ονείρων,
να δω την αιωνιότητα σε μια στιγμή ν’ αστράφτει,
κι έσκυψα πάνω από των χειλιών σου τον ορίζοντα,
να πιω δυο στάλες ουρανό και μία από της γης το χάδι.
Αναπεταρισμοί οι βαθιές ανασαιμιές και ενθυμήσεις,
οι πρωτόφαντες πεθυμιές και οι ευδόκιμες συναντήσεις,
να είναι το χθες μνημόνευση και λόγιασμα σπονδής,
το σήμερα γλύκασμα των ψυχών στου έρωτα τις ωδές
και το αύριο ευλόγημα σωτήριο της κάθε απαντοχής,
με την αγάπη ακολουθία ιερή και θέωση ζωής.
***
Στης νύχτας τα κελαρυστά αναγνώσματα,
με μια μύχια και σαγηνευτική νωχέλεια,
λιτανεύει ο Ληθαίος των εποχών το ψίκι,
γητεύει την ομορφιά και τη γηθοσύνη,
σμιλεύει την αρχέγονη αλκή του χρόνου
και ψηλαφώντας γλαφυρά τις όχθες του,
αυτομολεί αυτάρεσκα στο φλοίσβο του
ν’ ακούει στις κλασικές και μουσκεμένες άριες,
να θεραπεύονται ειδύλλια κι εμπνεύσεις.
*
Πετριές τ’ ονειροπόλημα και πλαταγή η σιωπή,
αφρόσκεποι οι καημοί ‚ίσκιωμα στη στροφή.
*
Στης ανατολής τις γραφές και δεήσεις,
με μια γαλήνια και υπεροπτική ταπεινότητα,
δαψιλεύει της μέρας μακαρισμούς,
αμνηστεύει σιωπηρά το δικασμένο χθες,
πομπεύει της ζωής τις μαγγανείες
κι επηρμένος αγνώστων θεών προσκυνητάρης,
αυθαιρετεί στον ορισμό του κάλλους
και τυμβωρυχεί σε ιστορίες και μύθους,
αρχή και τέλος της πόλης ν’ αποτελεί.
*
Πετριές στα άβαθα οι ευχές, το ανάθεμα το βουβό,
όπως κι η λιοβολή, φως πετριά μες στα νερά του.
*
Στα γεφυροπεράσματα, ήθος κανονισμένο,
αδέξιες φωνές, αυθάδεια και ασφαλής βιασύνη,
ώμοι γερτοί προβλέψιμοι, είδωλα στραγγισμένα,
γενιές τ’ αγάλματα και αδειανές υδρίες,
ρήσεις κενές και ασυμπλήρωτη ιστορία,
εξέδρα που λιγοστεύει της κοίτης την απλωσιά,
που μικραίνει τ’ ανάστημα του κόσμου
και βλέπει στο κοντινό, το ξάγναντο ,τη ζωή
να μετριέται λειψή, αιχμάλωτη και σημαδεμένη.
*
Πετριές τα άδεια βλέμματα, το βήμα το ταχύ
ψυχή μες στην απόγνωση και η μνήμη στην οργή.
***
ΠΟΙΗΣΗ
γιατί μπορούσε ως μύστης να την υπηρετήσει,
στην τέχνη της να υψωθεί,
να λυτρωθεί στη δημιουργία
και να μεταλάβει της ζωής την ομορφιά,
στίχο το στίχο, στροφή τη στροφή
κι απ’ τη θεία τούτη μετάληψη
τόσοι πιστοί προσκυνητές και λειτουργοί να πιούνε.
Αρνήθηκε τη σιωπή, φοβήθηκε και τον ύμνο,
γιατί η ποίηση δεν είναι του λόγου σμίλεμα
ούτε έμπνευση του απείθαρχου μυαλού.
Απέχει από την τέχνη και τη σπουδή
και δε συνθέτει πανδαισία
ούτε έκφραση είναι και επικοινωνία.
Είναι οργή και σπαραγμός,
άλγος και ορρωδία,
κατάβαση είναι στα σκοτεινά του θανάτου,
και μοίρασμα και σκόρπισμα της ψυχής.
Είναι κραυγή απ’ την άβυσσο,
ανάστασης πισωγύρισμα,
γεννησημιού το φύτρο,
φως αστραπής που φλογίζει των αδύτων
και φαίνονται στο μεγαλείο τους,
τ’ ανθρώπινα τα πάθη.
Του έλεγε να αρμενίζει της ζωής,
με θάλασσα το στοχασμό και άνεμο το λόγο.
Οι λέξεις κόκκινα πανιά,
οι στίχοι του κατάρτια,
μακριά από αβάσταχτα λιμάνια
και ανυπόφορες στεριές.
Ανεπιτήδευτα της νύχτας αδελφοποιτοί,
το βίωσαν και οι δυο,
με ταυτισμένη σκέψη.
Δεν είναι η ποίηση διαφυγή
και γλίστρημα στο χρόνο,
ούτε καταφυγή κι αρμένισμα ονείρου.
Οδύνη είναι στο αδιέξοδο,
παράδοση στη μοναξιά τ’ απείρου,
πρόκριμα κι αγλάισμα της προσδοκίας,
αρχέγονη της ουτοπίας ρήτρα,
υψιπετές της ψυχής λευτέρωμα
και της συνείδησης εναγκαλισμός.
Γι αυτό και δεν διαβάζεται,
παρά ομολογείται.









