Πράξη Ι

 

Το μύρο

της μοναξιάς χλωμό…

Στον αιθέρα πλανάται

δίχως την ταυτότητα

μυστηρίου.

Μη αναγνωρίσιμες οι αιτίες

κι απροσδιόριστα τα θρησκευτικά διακείμενα

στο μεταίχμιο του εφικτού…

Μετα(τα)φυσικά προσεγγίζοντας

τη θλίψη

δεν μπορεί παρά

η μετεμψύχωση να χρεωθεί

τον τρόμο

του μη αναστρέψιμου…

 

Τη Λιατέρα* αναζητώ…

Το ξέρεις μα

απρόσεχτα

αντί για παύλες διαλόγου

–άνευ λόγου;–

σε ενωτικά κατέληξες.

Χαθήκαμε…

Τη Λιατέρα ακόμα αναζητώ…

Όσοι την αγάπησαν τη βρήκαν

σε διάσημα γητέματα

σε άσημα παινέματα

σε άδολα μπερδέματα

και αλλού…

αόριστα

απροσδιόριστα

παντού…

Τη Λιατέρα αναζητώ…

Κλείσε το φως!

 

Κάποτε

–όχι πολύ παλιά–

το «σ’ αγαπώ»

την προστακτική απώλεσε,

έγκλιση σπουδαία*.

Η χρήση του συνηρημένου

με συμβατικές συμπεριφορές

κι επιλογές συντρόφου επηρμένου

ή αδιάφορου συναρτήθηκε.

Σε ανεπίσημη λίστα

συμβάσεων κοινωνικών

χωρίς αμφισβητήσεις αναρτήθηκε.

Το ασυναίρετο

ως δείγμα έκφρασης συναισθημάτων

εξαίρετο αξιολογήθηκε…

Βέβαια, ο  έρωτας

δηλούται

ευκολότερα σε χρόνους παρελθοντικούς

με την  προστακτική αχρείαστη να είναι…

Συνδηλούται

ενίοτε δε –όχι σπάνια–

υποδηλούται

με ρόλους περίπλοκα κοινωνικούς…

Επιλέγω τη δήλωση

–κατάφορα αυτοαναφορική–:

«(με/σε) αγαπάω».

Αναδύομαι δίχως αιδώ

στην ασυναίρετη εκδοχή.

Είμαι εδώ

ενδύοντας σε κάθε ενοχή

την πιθανότητα αποκάλυψης

κοινωνικά «συμβατών» επιλογών..

Συνεχίζω να μελετώ

το καρναβαλικό γέλιο…

Ζωή μου σε αγαπάω!

Ζω!

 

 

 

* Λιατέρα είναι του ήλιου η θυγατέρα, είναι η γυναίκα […] που αναζητά της ομορφιάς τον Ενεστώτα. Δημάση, Μ. (1997), Αναζητώντας τη Λιατέρα. Θεσσαλονίκη: ΑΝΑΤΟΛΗ, σ. 7.

**«Το ρήμα ‘διαβάζω’ δεν παίρνει προστακτική. Την αποστροφή του αυτή την συμμερίζεται με κάποια άλλα: το ρήμα ‘αγαπώ’, το ρήμα ‘ονειρεύομαι’…» [Πενάκ, Ντ. (1996). Σαν ένα Μυθιστόρημα. Αθήνα: Καστανιώτης, σ. 13].