Όλα τα τοπία
Όλα τα τοπία με μπλε
έχουν γεμίσει.
Όλ’ οι θάμνοι και τα δέντρα στο ποτάμι,
που ψηλά στο βορρά έχει πλημμυρίσει.
Ελαφρά σμήνη, σύννεφα,
πυκνά πανιά, στόλος λευκός
του ουρανού οι όχθες πέρα
διαλύονται στον αέρα και στο φως.
Όταν έρχονται τα βράδια
κι όλοι πέφτουν να κοιμηθούν,
τα όνειρα τα όμορφα
μ’ ελαφρό πόδι μέσα προχωρούν.
Κύμβαλα παίζουν που ηχούν
στα χέρια ελαφρά.
Κάποια ψιθυρίζουν και κρατούν
μπροστά στο μέτωπο κεριά.
Οι βλεφαρίδες σου οι μακριές…
Οι βλεφαρίδες σου οι μακριές,
των ματιών σου τα σκοτεινά νερά,
άσε με μέσα να βουτήξω,
άσε με να φτάσω στο βυθό.
Ανεβαίνει στο φρεάτιο ο ανθρακωρύχος
και ταλαντεύεται η λάμπα του η θαμπή,
πάνω απ’ την πύλη του ορυκτού,
ψηλά στον τοίχο, στη σκιά,
κοίτα, κατεβαίνω εγώ,
στην αγκαλιά σου να ξεχάσω,
μακριά, ό.τι αντηχεί από ψηλά,
μέρα και βάσανα και φως.
Παντού φυτρώνει στα χωράφια,
όπου ο άνεμος στων σιτηρών στέκει το μεθύσι,
αγκάθι ψηλό, ψηλό μα κι άρρωστο μαζί,
απέναντι στο γαλάζιο τ’ ουρανού.
Δώσ’ μου το χέρι σου,
θέλουμε να γεράσουμε μαζί,
θήραμα ενός ανέμου,
πτήση πουλιών μοναχικών.
Ακούγοντας το καλοκαίρι
το όργανο των μουντών καταιγίδων,
κολυμπώντας στο φθινοπωρινό φως,
στην όχθη της γαλάζιας μέρας.
Κάποιες φορές θέλουμε να σταθούμε
σε σκοτεινού πηγαδιού το χείλος,
να κοιτάξουμε βαθιά στη σιωπή,
ν’ αναζητήσουμε την αγάπη μας.
Η αφήνουμε πίσω
τη σκιά των χρυσών δασών,
λουσμένοι σ΄ ένα ηλιοβασίλεμα,
που στο μέτωπο σ’ αγγίζει απαλά.
Κάποια στιγμή να σταθούμε στο τέλος,
όπου με κιτρινωπά στίγματα
η θάλασσα ήρεμα κολυμπά
προς τον κόλπο του Σεπτέμβρη.
Επάνω ν’ αναπαυθούμε
στο σπίτι των διψασμένων λουλουδιών,
κι απ’ τα βράχια ο άνεμος
να τραγουδάει και να τρεμουλιάζει.
Κι όμως απ’ την λεύκα,
που στο αιώνιο μπλε όλο ανεβαίνει,
πέφτει ήδη ένα ξερό φύλλο,
στο λαιμό σου επάνω ακουμπά.
Θεϊκή θλίψη,
σιωπή της αιώνιας αγάπης,
σήκωσε τη στάμνα.
τον ύπνο πιες.
Με τα πλοία που ταξιδεύουν
Με τα πλοία που ταξιδεύουν
περιπλανηθήκαμε, στους αιώνες
γλιστρώντας μ’ αυτά
μέσ’ από λαμπερούς χειμώνες.
Φτάνοντας πάντα όλο και πιο μακριά
και χορεύοντας στου πελάγου τα νησιά,
μας προσπέρασε η πλημμύρα
κι ήταν τα ουράνια ηχηρά και αδειανά.
Ονόμασε την πόλη,
που στην πύλη της δεν έχω καθήσει,
το πόδι σου σαν είχε εκεί περάσει,
την μπούκλα της που έχω ξυρίσει;
Στο ετοιμοθάνατο βράδυ
το φως που αναζητά
κράτησα, ποιός κατέβηκε κάτω εκεί,
αχ, σε πρόσωπο ξένο κάθε φορά;
Στους νεκρούς φώναξα εγώ,
στην απομονωμένη περιοχή,
όπου οι θαμμένοι ζουν.
Εσύ, αχ, δεν ήσουνα εκεί.
Και περπάτησα στα χωράφια
και τα δέντρα, που τις κορφές τους κουνούν,
στέκονται στον παγωμένο ουρανό
και στο χειμώνα, όπου φυλλορροούν.
Κουρούνες και κοράκια
από μένα έχουν σταλεί
και σκορπίστηκαν με φρίκη
πάνω απ’ την κινούμενη γη.
Μα έπεσαν σαν πέτρες
το βράδυ, που θλιβερά ηχούσαν
και στο σιδερένιο ράμφος στεφάνια
από βοτάνια κι άχυρο κρατούσαν.
Μερικές φορές είν’ η φωνή σου,
που στον άνεμο σκορπίζει,
το χέρι σου, που στ’ όνειρο
απαλά το μέτωπό μου αγγίζει.
Όλα γίναν πριν καιρό πολύ
και πάλι ξαναγυρνούν.
Πηγαίνουν τυλιγμένα στη θλίψη
και γύρω στάχτη σκορπούν.
Η Χώρα των Νεκρών
I
Το χειμωνιάτικο πρωί πάει να ξημερώσει αργά.
Στον ορίζοντα ορθώνεται το κίτρινο τουρμπάνι
του μέσ’ από λεύκες ισχνές, που τρέχοντας γοργά
στο κεφάλι του μπροστά μαύρη κορδέλα έχουν υφάνει.
Στις λίμνες σφυρίζουν τα καλάμια. Σαν ξυράφι
τ’ ανέμου το πέρασμα με το πρώτο φως τα διαπερνά.
Απ’ το Βορρά η θύελλα σα στρατιώτης στέκει στο χωράφι
και στροβιλίζεται στα τύμπανα εκκωφαντικά.
Ένα σκελετωμένο χέρι κραδαίνει ένα κουδούνι.
Στο δρόμο ο Θάνατος, ο καπετάνιος, βγαίνει.
Γύρω απ’ τα κίτρινα δόντια, τ’ αλογίσια, στο πηγούνι
μπερδεύονται οι τούφες οι αραιές απ’ το λευκό του γένι.
Μία νεκρή γριά, με την κοιλιά πρησμένη
που κουβαλάει μέσα της κουφάρι παιδικό
κι αυτό τραβάει– σα θηλή από λάστιχο φτιαγμένη-
το στήθος, όπως κρέμεται κάτω χωρίς γάλα και στεγνό.
Κάποιοι αποκεφαλισμένοι, που στα σκοτεινά
από την κρύα πέτρα και τις αλυσίδες έχουν λυθεί.
Στο χέρι το κεφάλι. Στον πάγο η πρωινή αντηλιά,
που το λαιμό τους πάγωσε με κόκκινο γυαλί.
Μέσ’ απ’ το καθαρό πρωί και του χειμώνα τη μέρα,
σ’ αυτό το μπλέ, όπου σαν ρόδου μυρωδιά
από κίτρινα τριαντάφυλλα, στον ονειρεμένο αέρα
ταλαντεύεται ο ήλιος πάνω από λόφους και πεδινά.
Της χρυσής μέρας η γέφυρα στα πέρατα φτάνει
και σα λύρας μεγάλης τόνος ηχεί.
Οι λεύκες θροϊζουν με πένθιμο φουστάνι
στο δρόμο, όπου το βράδυ ήδη τη γη
πλημμύρισε με ρυάκια ασημιά
και άπλετα καίει τον ορίζοντα τον μακρινό.
Το λυκαυγές σκορπίζεται, σα σκοτεινή φωτιά,
πάνω στο τρένο, που τρέχει προς τον ουρανό.
Έν’ άλσος πτωμάτων και δάφνες, κλαδί με κλαδί,
σαν πράσινες φλόγες, που ο αγέρας κουνάει,
τρεμοσβήνουν πελώριες στον ουράνιο θόλο εκεί,
όπου ήδη έν’ αστέρι χλωμό τα φτερά του χτυπάει.
Όπως μεγάλες χήνες στην ταϊστρα, η μια δίπλα στην άλλη
κάθεται των βρυκολάκων ο λαός τρέμοντας στην παγωνιά.
Τη δύναμη δοκιμάζουν των νυχιών τους απ’ ατσάλι
και τα ράμφη τους στων σταυρών επάνω τη σκουριά.
Ο κισσός τους νεκρούς στην πύλη χαιρετά,
πολύχρωμα στεφάνια τα τείχη κοσμούν.
Ο Θάνατος ξεκλειδώνει. Εκείνοι βαδίζουν ντροπαλά,
αμήχανα στο χέρι τα κεφάλια τους γυρνούν.
Ο Θάνατος σ’ ένα τάφο φυσάει καβάλα,
κι ευθύς απ’ της γης την αγκαλιά ξεπηδούν κρανία,
σαν απο μαυσωλεία σύννεφα μεγάλα,
καλυμμένα με γένια από πράσινα βρύα.
Ένα παλιό κρανίο απ’ τον τάφο φτερουγίζει,
στολισμένο με φλογερά κόκκινα μαλλιά,
γύρω απ’ το σαγόνι, ψηλά όπως τ’ ανεμίζει
τ’ αγέρι, σαν πύρινη γραβάτα δένονται σφιχτά.
Από μαύρο στόμα σας γελάει, φιλικό,
ο άδειος λάκκος. Τα κουφάρια στη γη
γκρεμίζονται και πέφτουν μέσα στο κενό.
Του τάφου η πλάκα τα κλείνει στη σιωπή.
ΙΙ
Τα βλέφαρα παγωμένα, φραγμένα τα αυτιά
απ’ του καιρού τη σκόνη, το χρόνο σας περνάτε σιωπηλοί.
Ένα όνειρο μονάχα σας καλεί καμιά φορά,
με κτύπους μακρινούς πάνω στην αιωνιότητά σας τη νεκρή.
Σ’ ένα ουρανό, τόσο χλωμό όπως το χιόνι,
που ήδη απ’ το πέρασμα του χρόνου έχει πετρώσει.
Πάνω στο μνήμα, που πεσμένο, σας πλακώνει,
ένα κρίνο θα σταθεί, για σας, που θα βουρκώσει.
Η μαρτιάτικη καταιγίδα θα φέρει στον ύπνο σας δροσιά.
Το πελώριο φεγγάρι, που στην Ανατολή αχνίζει,
στα μάτια θα σας κοιτάξει μέσα βαθιά,
όπου ένα μεγάλο, λευκό σκουλήκι στριφογυρίζει.
Έτσι κοιμάστε αιώνια, νανουρισμένοι απ’ τη φλογέρα
της μοναξιάς, στου κόσμου το τέλος το στερνό.
Πάνω από σας πτηνό μεγάλο στον αέρα
πετάει, σε μαύρο ταξίδι για τ’ ώχρινο δειλινό.









