Να τους σκέφτεσαι τους νεκρούς σου.
Αυτούς που πέταξαν πρώτοι με τα αποδημητικά πουλιά
και τάχυναν το βήμα τους
τα πρώτα ανθηρά να βρουν λιοστάσια
στρωμένα σε απάνεμες θάλασσες
και απόκρημνους, σκιερούς βράχους.
Οι πρώτες του φθινοπώρου βροχές
μούχλιασαν τα άδεια σαρκία.
Στο στρωμένο, όμως, επάνω χαλίκι
φύτρωσαν μυροβόλα αγιοκλήματα
και σκορπίστηκαν της ανθοφορίας τα κόλλυβα.
Το άδειο να κοιτάς πρέπει χαμόγελο
στων μνημάτων τις φωτογραφίες.
Τα πένθιμα να ακούς περασμένα τους γέλια
και τις φωνές τους που φθίνουν
στη μοναξιά του εγγαστρίμυθου.
Από τα σπλάχνα σου εκκωφαντικά
θα ηχεί πάντα η φωνή τους.
Μια να φυτέψεις στον τάφο τους απάνω
του παραδείσου ροδιά
να τους δροσίζει στη ζέστα της μέρας.
Με προσευχές να γητεύεις του Θανάτου τη νύφη.
Κάθε του σούρουπου ώρα,
ο ορίζοντας καθώς στενάζει
και κάθε καλοκαιριού χάραμα
ταξιδεύουν με φλεγόμενα πυροφάνια
και σε ακτές ονείρων ξεβράζουν το σκαρί τους.
Την άδεια που απέμεινε καρέκλα
με μωβ να ντύσεις βελούδο
να αναπαύονται σαν τη ζωή αναθυμούνται.
Να τους ονειρεύεσαι τους νεκρούς σου.
Μικρά να ανάβεις καντήλια.
Σκοτεινοί στον Άδη οι δρόμοι,
χωρίς λιογέρματα και φως.
Στα τελευταία τους βήματα
μια πένθιμη να τους άδεις σονάτα
τους ψίθυρους να σκεπάσεις της Νύχτας.
Να τους θυμάσαι τους νεκρούς σου.
Γιατί δεν ξέρεις
αν του Θανάτου τα χείλια
το δικό σου θα ψελλίσουν όνομα.









