Τα δυο κοράκια
Όπως μια μέρα μοναχός μου περπατούσα,
άκουσα δυο κοράκια, που από ψηλά μιλούσαν.
Ρωτάει το ένα κοράκι τ’ άλλο το διπλανό,
σήμερα πού θα πάμε να βρούμε φαγητό;
– Στην πράσινη την τάφρο που βλέπεις πέρα ‘κει,
ξέρω έναν νέο ιππότη, όπου έχει σκοτωθεί.
Κανείς όμως δεν ξέρει, πού βρήκε τα στερνά του,
μόν’ το γεράκι, το σκυλί κι η όμορφη κυρά του.
Το σκυλί του στο κυνήγι μ’ άλλους τώρ’ έχει τραβήξει,
το γεράκι τ’ αγριοπούλια πίσω σπίτι θα γυρίσει,
κι η όμορφη κυρά του άλλον άντρα έχει πάρει,
κι έτσι σε μας θα μείνει το γλυκό του το κουφάρι.
Συ θα καθήσεις πάνω στα στήθια τα λευκά,
όσο εγώ του βγάζω τα μάτια του τα γαλανά,
με μια μπούκλα απ’ το μαλλί του το χρυσό,
θα κλείσω στη φωλιά μας, που χάσκει ένα κενό.
Ίσως γι αυτόν βρεθούνε να κλάψουνε πολλοί,
κανείς δεν ξέρει όμως, πού έχει κοιμηθεί.
Κι όταν τα άσπρα οστά του, θα μείνουνε γυμνά,
πάνω τους ο αέρας θε’ να φυσάει παντοτινά.
(Παραδοσιακό Σκωτίας)
Τρία κοράκια
Ήτανε τρία κοράκια πάνω σ’ ένα κλαδί,
τρία μαύρα, μα πιο μαύρα δεν έχω ξαναδεί.
Το ένα απ’ αυτά γυρνάει μετά στο διπλανό,
πού θα βρούμε, ρώτησε, κάτι για πρωϊνό;
– Πέρα εκεί στο πράσινο λιβάδι σκοτωμένος,
βρίσκετ’ ένας ιππότης, μ’ ασπίδα σκεπασμένος.
Στα πόδια του κοντά, έχουν ξαπλώσει τα σκυλιά,
τον άτυχο αφέντη τους φυλάνε στη σκοπιά.
Και τα γεράκια γύρω του, πετούν με τέτοια ορμή,
να κάνει να πλησιάσει, δεν τολμάει άλλο πουλί.
Δίπλα του ακόμα στέκεται μια όμορφη λαφίνα,
μάνα θα γίνει, φαίνεται, μέσα σ’ αυτό τον μήνα.
Σηκώνει απαλά το ματωμένο του κεφάλι
τις κόκκινες πληγές φιλάει, πάλι και πάλι.
Στην πλάτη κατόπιν μόνη της τονε φορτώνει,
σε λάκκο που΄σκαψε βαθύ, μέσα τον απιθώνει.
Τον έθαψε ώσπου να δύσει ο ήλιος στον ουρανό,
εκεί κι αυτή ξεψύχησε πριν τον εσπερινό.
Ας δίνει ο Θεός σε κάθε καλό άντρα μεσ’ στη γη,
τέτοια σκυλιά, γεράκια και μια αγάπη σαν κι αυτή.
(Παραδοσιακό Αγγλίας)









