Μία ετερόχρονη αγωνιώδης απόκριση στην  «Έρημη χώρα»  του Τ. Σ. Έλιοτ

 

 

Καθως διάβαζα την τελευταία ποιητικη συλλογη της Ευτυχίας Παναγιώτου που τιτλοφορείται «Μύθοι για το τέλος του κόσμου», η οποία εκδόθηκε τον Ιούνιο του 2023 απο τις εκδόσεις Κέδρος, διερωτόμουνα συνεχως, απο τις πρώτες κιόλας σελίδες, απο τα πρώτα ποιήματα, αν υπάρχουν ακόμη μετα-ελιοτικοι ποιητες ή, πιο σωστα, αν η ποίηση του Τόμας  Στερνς Έλιοτ (Thomas Sterns Eliot, 26 Σεπτεμβρίου 1888 – 4 Ιανουαρίου 1965), αυτου του έντονα επιδραστικου άγγλου ποιητη, εξακολουθει ακόμη, 58 ολόκληρα χρονια απο τον θάνατό-του, να προκαλει όπως άλλοτε κραδασμους στη σκέψη ή δονήσεις στην φωνη των όπου γης ποιητων, ειδικα των νέων ποιητων.

Οδηγήθηκα σ’ αυτες τις σκέψεις γιατι η συλλογη της Ε. Παναγιώτου, στο σύνολό-της, περιέχει απαιτητικα ποιήματα,  βασισμένα κυρίως στην κοινωνικη και ιστορικη πραγματικότητα, τα περισσότερα κρυπτογραφικα, εμποτισμένα με τη γοητεία της αινιγματικότητας και του μυστηρίου, που ανατρέπουν πιστεύω ριζικα τον αφορισμο του Τέοντορ Αντόρνο πως «Η Τέχνη είναι μαγεία απαλλαγμένη απο το ψέμα ότι είναι αλήθεια». Γιατι βρίσκω πως τα ποιήματα αυτα διαθέτουν και μαγεία και ιστορικη αλήθεια! Είναι βέβαια ποιήματα για τα οποία χρειάζεται πολλη προσπάθεια απο μέρους του αναγνώστη, εννοω πολλη μελέτη και τριβη μαζι-τους, μέχρι να βρει το απαραίτητο κλειδι για ν’ αποκρυπτογραφήσει τον κώδικά-τους. Για την ακρίβεια διαπιστώνω πως χρειάζεται πολλα κλειδια, ένα για κάθε ποίημα, μέχρι ν’ ανοίξει το σκληρο κέλυφος αυτων των κλειστων ποιημάτων που έχουν, όπως θα έλεγε ο Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, «το ύφος της μεγαλοφυΐας». Ένα τέτοιας κοπης ποίημα είναι και αυτο που τιτλοφορείται «Μίασμα» και φέρει υπέρτιτλο «Περι των αποδιοπομπαίων τράγων», το οποίο και παραθέτω:

 

Έχεις ακούσει φήμες

για το ιερο σώμα που κατέπεσε,

για το κουτσο παιδι που έφταιξε,

για ήχους απο εργατικο σφυρι

που θεραπεύει απάνω στο αμόνι

το σχήμα του ραγισμένου κρανίου.

 

Ίδιο με υδρόγειο σφαίρα,

με αμπελώνα των δυνατων.

Οι οπλες-τους

συνθλίβουν ακόμα

τα σπλάχνα της φύσης

σαν σταφύλια.

 

Και τα σταφύλια είναι κόκκινα πολυ και τους λερώνουν.

σ. 21

Η υποψία-μου αυτη, δηλαδη ότι είχα να κάνω με μία μετα-ελιοτικη ποιήτρια πολλαπλασιαζόταν όσο προχωρούσε η ανάγνωσή-μου αλλλα δεν μπορούσα να καταλήξω ακόμη σε στέρεες υποθέσεις και ασφαλη συμπεράσματα. Φτάνοντας όμως, στους πρώτους στίχους του τελευταίου ποιήματος της συλλογης φανερώθηκε άξαφνα μπροστα-μου το πολύτιμο κλειδι που εναγωνίως αναζητούσα. Συγκεκριμένα, η ματια-μου έπεσε πάνω στη λέξη «ερημότοπος», γεγονος που αμέσως με οδήγησε στη σκέψη πως η Ε. Παναγιώτου υπαινίσσεται την ποίηση του Τ. Σ. Έλιοτ, εξετάζοντας και προεκτείνοντας στη συλλογη-της κάποιες περίεργες και πικρες σκέψεις-του. Για την ακρίβεια, αντιλήφθηκα και μάλιστα άσφαλτα, πως όλη η συλλογη-της είναι μία αγωνιώδης ετερόχρονη απόκριση στην ΄΄Έρημηχώρα΄΄(ή τον ΄΄Ερημότοπο΄΄, κατα μία άλλη μετάφραση), του Άγγλου ποιητη, μέσα απο την οποία αφήνει ν’ αποκαλύπτεται όλη η μυθολογία ενος άλλου κόσμου που άρχισε και αυτος να οδηγείται στην παρακμη και τη σήψη. Ενος κόσμου που οδηγείται σιγα και αμετάκλητα προς την έξοδο. Ενος κόσμου ψυχρου, σκληρου, αδίστακτου, ανελέητου, άκρως απάνθρωπου που δεν έχουν σε αυτο θέση τα νέα παιδια. Απεναντίας,είναι καταδικασμένα να οδηγούνται στον θάνατο, όπως τον οικτρο θάνατο που βρήκαν, θύματα άγριας δολοφονίας, η Ελένη Τοπαλίδου, ο Παύλος Φύσσας, ο Ζακ Κωστόπουλος /Zackie Oh, ο Βαγγέλης Γιακουμάκης και η Κάρολάιν Κράουτς. Γράφει η Ε. Παναγιώτου:

 

Ποιον νεκρο μνημονεύω τώρα.

                     Όταν θυμάμαι έναν, τους θυμάμαι όλους.

 

Είδωλα που συνωστίζονται στον ερημότοπο.

                      Σε ποιο χρόνο, δεν ξέρουν. Ποια όχθη;

σ. 65

 

Θέλω να πιστεύω,πως ο ένας νεκρος που μνημονεύει εδω η νέα ποιήτρια, τον οποίο όταν θυμάται, αναγκαστικα και βασανιστικα,θυμάται, όπως λέει,και όλους τους άλλους νεκρους, είναι, νομίζω, εκείνος που μνημονεύει και ο Τ. Σ. Έλιοτ στη δικη του σύνθεση. Εκείνου που ο Στέτσον είχε φυτέψει το κουφάρι-του στον κήπο-του και ο ποιητης τον ρωτα με αγωνία και φόβοαν έχει βλαστήσει το κουφάρι και αν θα ανθήσει φέτος. Δίνω το σχετικο απόσπασμα, σε μετάφραση του Γιώργου Σεφέρη, το οποίο περιλαμβάνεται στην πρώτη ενότητα της ΄΄Έρημης χώρας΄΄, που φέρει τον τίτλο «Η ταφη του νεκρου»:

 

Ανύπαρχτη Πολιτεία,

Μέσα στην καστανη καταχνια μιας χειμωνιάτικης αυγης,

Χύνουνταν στο Γιοφύρι της Λόντρας ένα πλήθος, τόσοι πολλοι,

Δεν το ’χα σκεφτει πως ο θάνατος είχε ξεκάνει τόσους πολλους.

Μικροι και σπάνιοι στεναγμοι αναδινόντουσαν,

Και κάρφωνε ο καθένας μπρος στα πόδια-του τα μάτια.

Χύνουνταν πέρα στο ύψωμα και κάτω στο Κίνγκ ΟυίλλιαμΣτρητ,

Εκει που η Παναγία Γούλνοθ μέτραε τις ώρες

Με ήχο νεκρο στο στερνο χτύπημα των εννια.

Εκει είδα έναν που γνώριζα, και τον σταμάτησα, φωνάζοντας: «Στέτσον!

Συ που ήσουνα μαζι-μου στις Μύλες με τα καράβια!

Κείνο το λείψανο που φύτεψες στον κήπο-σου τον άλλο χρόνο,

Άρχισε να βλασταίνει; Πες-μου, θ’ ανθίσει εφέτο;

Ή μήπως η ξαφνικη παγωνια πείραξε τη βραγια-του;

Ω κράτα μακρια το Σκυλι τον αγαπάει τον άνθρωπο,

Τι με τα νύχια-του θα το ξεχώσει πάλι !

“Συ !hypocrit e lecteur ! – mon semblable, – mon frère !”

 

Στην ΄΄Έρημη χώρα΄΄, όπως είναι γνωστο, ο νομπελίστας ποιητης Τ. Σ. Έλιοτ επεδίωξε ν’ αναδείξει την ύπαρξη ενος παρηκμασμένου και σάπιου κόσμου στον οποίο έζησε, όπως αυτος προέκυψε μετα το χάος που δημιούργησε ο Δεύτερος Παγκόσμιος Πόλεμος, και ο οποίος στην ουσία ήταν στηριγμένος στην αδικία, τον δόλο, την βία, την υποκρισία, την ανθρώπινη εκμετάλλευση, την απόκτηση του εύκολου και άκοπου χρήματος. Γι’ αυτο και η ποίησή-του, στο μεγαλύτερο μέρος-της, είναι καταθλιπτικη και απαισιόδοξη, χωρις ν’ αφήνει μία χαραμάδα για να περάσει μία αχτίδα φωτος ή ίχνος ελπίδας.

Η Ε. Παναγιώτου όμως, πέρα απο το ό,τι στιγματίζει και αυτη φαινόμενα αρνητικα και απαράδεκτα, όπως η αδικία, ο δόλος, η υποκρισία η ανθρώπινη εκμετάλλευση, οι πολεμικες συγκρούσεις, η εγκληματικη βία, που παρουσιάζονται και στο δικο-της κόσμο, που άρχισε ήδη να φθίνει, παρόμοια δηλαδη φαινόμενα με αυτα που βίωσε και ο Τ. Σ. Έλιοτ πριν αρκετα χρόνια, επιπλέον,στο ποιητικο πόνημά-της, προσπαθει να επαναπροσδιορίσει, έστω με κάποια συγκρατημένη αισιοδοξία, έναν άλλον, καινούργιο, κόσμο, με δημιουργικη γονιμότητα μέσα απο τον οποίο θα αναγεννηθει ο νέος και σωστος άνθρωπος, που θα είναι απαλλαγμένος απο το μίσος και την κακία, γεμάτος όμως με αγάπη, αδελφοσύνη, συμπόνοια και αλληλεγγύη προς τον συνάνθρωπό-του. Γράφει στο ποίημα «Ρεπορταζ» και με υπέρτιτλο «Περι του τέλους των ειδων»:

 

Δεν ξέρεις πότε άρχισε και αν τελείωνει

όταν παύει το είδος.

Η διαδρομη σφραγίζεται απο κύκλους: πολέμους,

Φυσικες καταστροφες, αρρώστιες, πάθη και στατιστικες

απο λογης πλημμύρες.

Κάποιοι τερματίζουν νωρίτερα:

κούραση ή μελαγχολία.

Όταν κόβεται το νήμα, ελπίζουν σε μία νέα αρχη,

σε άλλο μέρος, σε άλλη εποχη.

Οι ανύποπτοι ξοδεύονται σε καθημερινες χαρες

αφήνοντας τη φιλοσοφία στους υποκριτες.

 

Σε αυτη την ελλιπη και πάντα αινιγματικη πορεία

κάποιοι κατορθώνουν να τεντώσουν τον χρόνο,

παραδίδοντας στον βραχύβιο κόσμο μια λάμψη.

σ. 32

 

Οι στίχοι-της, κατα βάθος, συνδιαλέγονται με τη μοίρα του σύγχρονου ανθρώπου. Θέλω να σημειώσω πως είναι ολοφάνερος ο προβληματισμός-της για την προέλευση του ανθρώπου, τη διαδρομη και τη δράση-του πάνω στη γη, που κάποιες φορες είναι αχαρακτήριστη, καθως και το επερχόμενο, ειρηνικο ή όχι, τέλος-του. Γι’ αυτο και η ποίησή-της, παρα το βαρυ κλίμα που την περιβάλλει, είναι ελπιδοφόρα και αναζωογονητικη, ακριβως όπως το μεταδίδει και το διαβάζουμε μέσα απο τους τελευταίους δυνατους στίχους με τους οποίους ολοκληρώνει τη συλλογη-της.

 

Δες το χέρι που σου νεύει.

                   Μια χαραμάδα φως.

 

Στην άκρη του κόσμου.

                   Κάποιος απο εμας είναι ζωντανος.

σ. 66

 

Η κριτικη, πάντως, διαίσθησή-μου με οδηγει στο γενικο συμπέρασμα πως η συλλογη΄΄Μύθοι για το τέλος του κόσμου΄΄, είναι μία λαμπρη και φιλόδοξη σύλληψη, που έχει κατορθώσει το ίδιο λαμπρα, χάρη στην επιδεξιότητα της δημιουργου-της, να φθάσει ως την πραγμάτωσή-της. Θέλω να σημειώσω, πως όλη η συλλογη είναι ένα γερο διανοητικο κατασκεύασμα. Και αυτο γιατι η Ε. Παναγιώτου, το άτομο δηλαδη που δημιούργησε αυτο το υπέροχο κατασκεύασμα, συμπεραίνω πως ανήκει ή έχει θέση δικαιωματικα στην ομάδα με τα επινοητικα πνεύματα. Με άλλα λόγια, έχει την ικανότητα, με την ξαναμμένη και δημιουργικη φαντασία-της, καθως και τον βαθυστοχασμο-της, ν’ ανοίγει πλατιους δρόμους πάνω στη λάμψη της αστραπης για να βαδίσει ο ενάρετος ποιητικος λόγος-της. Δεν είναι τυχαίο, λοιπον, που όλη η συλλογη, δίνει στον επαρκη αναγνώστη έντονα την αίσθηση πως έχει στα χέρια-του μία νότα πρωτοτυπίας που του την προσφέρει γενναιόδωρα η ποιήτρια.

Αξίζει ν’ αναφέρω, πως η Ε. Παναγιώτου, απο τη μέχρι τώρα ποιητικη πορεία-της, έχει ξεχωρίσει ως μία απο τις πιο συγκροτημένες, στέρεες, ιδιόμορφες και χαρισματικες ποιητικες φωνες που εμφανίστηκαν τα τελευταία χρόνια σε πανελλήνιο επίπεδο. Παρακολουθω τη δουλεια-της απο τα πρώτα βήματά-της στον χώρο της ελληνικης λογοτεχνίας και πραγματικα εντυπωσιάζομαι απο τα ποιοτικα άλματα που κάνει με κάθε νέο βιβλίο-της! Προπάντων, παρουσιάζεται αρκετα καλα ενημερωμένη για την ξένη λογοτεχνία, κυρίως την ποίηση, αλλα και τις άλλες τέχνες (ζωγραφικη, μουσικη) που εμπίπτουν μέσα στα ενδιαφέροντά-της. Επομένως, κατέχει αρκετα καλα τα μυστικα του στίχου, της εντόπιας και ξένης παραγωγης, και μάλιστα τα πιο περίτεχνα, τα οποία αξιοποιει για να δημιουργήσει ευφάνταστη ποίηση, όπως αυτη που περιλαμβάνεται στην υπο αναφορα συλλογη-της.

Πρόκειται για συλλογη που έχει τη δομη ποιητικης σύνθεσης, με πολλες μικρες και αλληλοεξαρτώμενες ενότητες, δηλαδη ενιαία στη μορφη και την ουσία-της. Με δύο λόγια, είναι έργο δοσμένο με αρχιτεκτονικη σχεδίαση όπου η Αρχιτέκτονας/δημιουργος-του σκόπιμα επεδίωξε να πατα, τόσο σε δικα-της χώματα όσο και σε ξένα, χωρις όμως να χάνει το σταθεροβηματισμο-της. Συγκεκριμένα, βρίσκω πως αρκετα ποιήματα της συλλογης πατουν στα χώματα του υπερρεαλισμου, κάποια άλλα στα χώματα του ποιητικου εξπρεσιονισμου και κάποια παραμένουν σταθερα προσκολλημένα στα χώματα του ρεαλισμου, δοσμένα βέβαια όλα αυταμέσα απο ένα υπέροχο ποιητικο λόγο που ισορροπει περίτεχνα ανάμεσα στο λυρικο και το πεζολογικο στοιχείο. Ένα δείγμα,στο οποίο υπάρχουν και αισθητοι απόηχοι απο την ποίηση του εθνικου ποιητη-μας, γιατι οι στίχος «τι ψηλος κι ατέρμονος κελαηδισμος», της Ε. Παναγιώτου παραπέμπει στον παροιμιώδη και αθάνατο στίχο του Διονυσίου Σολωμου «Ανάκουστος κελαϊδισμος και λιποθυμισμένος», απο το έργο-του Ελεύθεροι πολιορκημένοι:

 

Άγρια χώρα,

 

τρίβεις με αγκάθια τη φλέβα, τεμαχίζεις την ομιλία, κόβεις

την ψυχη-μας σε κομμάτια, πόσες συλλαβες, πόσα γράμματα

το πένθος, τι ψηλος κι ατέρμονος κελαηδισμος –

 

Δεν θέλω πια να σε σώσω.

σ. 41

 

Η Ε. Παναγιώτου όμως, κατα περίεργο λόγο, παραπλανει με παιγνιώδη τρόπο, («ποιητικη αδεία» φαίνεται), τον αγαθο αναγνώστη όταν δηλώνει πως τα ποιήματα της τελευταίας συλλογης-της είναι φθαρμένα ή ανολοκλήρωτα χειρόγραφα, άγνωστης προέλευσης, των οποίων ανέλαβε η ίδια την ανασύστασή-τους. Τα χαρακτηρίζει «Λόγια ανωνύμων γραμμένα σε τοίχους χειρόγραφά-τους που εγκαταλείφθηκαν εξομολογήσεις κρυμμένες σε ηλεκτρονικαίχνη ιστορίες που ειπώθηκαν μέσα σε σιωπες. Όλα επικλήσεις ανθρώπων σε ανθρώπουςόσων είδα το τέλος ένος κόσμου όπως τον ήξεραν. Τα τεκμήρια μεταφέρονται εδω, σε νέο τόπο (locus), απο ξένο χέρι», σ. 8. Και ασφαλως το «ξένο χέρι» είναι το δικο-της, το χέρι της ποιήτριας. Μάλιστα, σε μία απο τις πρώτες σελίδες της συλλογης, για να διευκολύνει τον αναγνώστη, όπως αφήνει να νοηθει, δημοσιεύει και τα «Σύμβολα αποκατάστασης του κειμένου», που χρησιμοποίησε για να ολοκληρώσει με επιτυχία τη δύσκολη δουλειατης αποκατάστασης που είχε αναλάβει.

Επομένως,μας υποβάλλει, αν σωστα το αντιλαμβάνομαι, ότι για να προχωρήσει κάποιος στην ομαλη ανάγνωση αυτων των κειμένων, εννοω χωρις κενα και χάσματα στη νοηματικη πρόσληψή-τους, πρέπει να έχει οπωσδήποτε υπόψη-του αυτα τα βοηθητικα συμβόλα, που θα του χρησιμέψουν ως οδικός χάρτης στο ταξίδι-του μέσα στις άγνωστες εκτάσεις του κειμένου, όπου όλα αυτα, σε τελικη ανάλυση, αποτελουν,πιστεύω, μέρος ενος ευφυους τεχνάσματος της Ε. Παναγιώτου για να προκαλέσει το ενδιαφέρον και τη συμμετοχη του αναγνώστη σε αυτο το έξυπνο παιγνίδι-της. Εξάλλου, κάποια κείμενα που παραθέτει εντος των συμβόλων, θα έλεγα πως τα εκλαμβάνω ως εκείνα τα κείμενα για τα οποία η ποιήτρια έχει αμφιβολίες κατα πόσο λειτουργει καλύτερα το ποίημα με αυτα ή όχι μέσα στο σώμα-του.

Με άλλα λόγια, όλη η συλλογη, ακόμη και οι σημειώσεις που παραθέτει στο τέλος του βιβλίου ή η εξαφανισμένη  φωτογραφία με τον πίνακα «Η προέλευση του κόσμου», του Custave Courbet, αποτελουν μέρος αυτου του ευφυους τεχνάσματος που έχει, όπως είπα, απώτερο στόχο το κέντρισμα του αναγνώστη για να ενδιαφερθει, να ψάξει, να ενημερωθει και να προβληματισθει σοβαρα πάνω σε όλα αυτα που του εκθέτει με την ποίησή-της.

Στην πραγματικότητα όμως, ο αναγνώστης αισθάνεται και τη δημιουργο εντος του κατασκευάσματος, να λειτουργει σαν ένας αόρατος αλλα επιδέξιος σκηνοθέτης που προσπαθει να κατευθύνει και να τοποθετήσει τα πάντα στη θέση-τους, με κύρια έγνοιά-της την απαραίτητη ισορροπία που πρέπει να έχουν τα κείμενά-της. Επομένως, δεν είναι τυχαίο που όλα τα ποιήματά-της είναι διάσπαρτα με θαυμάσιους αισθητικους και υπερρεαλιστους στίχους που τους συναντάμε, σε αρμονικη συνύπαρξη, δίπλα απο άλλους αινιγματικους και εμβληματικους στίχους που λειτουργουν ως αντίδοτο, για να επιφέρουν, όπως είπα, την απαραίτητη ισορροπία μέσα στη συλλογη.

Υπάρχουν για παράδειγμα υπέροχοι αισθηματικοι στίχοι όπως οι εξης:

 

Ανάμεσα στα σκέλη-της θα βρεις

το όρυγμα της φρίκης.

σ. 24

 

Όπως όταν αφηνόμαστε [σώμα

μου] στον άλλο.

Πέτρες που τρίβονται,

πέτρες που ανάβουν.

σ. 26

 

Και ψηλαφώντας το μαλακο στήθος (στίχος που θυμίζει Σεφέρη)

στη γλώσσα γεύση απο στάχτη, στάχτη της σάρκας.

σ. 35

 

τα χείλη θα φουντώνουν πάλι,

εμπύρετα άνθη πορφυρα.

ματωμένα

απ’ τα φιλια.

σ. 45

 

Και θυμόμαστε

να γέρνουμε απαλα στον άλλο,

σώματα που τρίβονται, πέτρες που ανάβουν.

σ. 47

 

Και είναι όντως αξιοπρόσεχτες και αξιοθαύμαστες οι ευσύνοπτες σπουδες που κάνει σε αυτα τα ποιήματά-της, κυρίως γύρο αποτο μυστήριο του θανάτου αλλα και το θέμα του ιερου έρωτα, τον οποίο θεωρει απαραίτητο και βασικο στοιχείο στην ανθρώπινη ζωη. Γι’ αυτο και εξυμνει τους μεγάλους έρωτες της Σαπφους αλλα και της συγγραφέας Mary Shelley (1797-1851), που υπήρξε σύζυγος του ποιητη Persy Bysshe Shelley (1792-1822), του οποίου την καρδια, όταν πέθανε, όπως αναφέρει στις σημειώσεις-της η Ε. Παναγιώτου, «κουβαλούσε εν ζωη παντου μαζι-της. Όχι όμως στον τάφο». Για τον θάνατο, και συγκεκριμένα στο ποίημα που τιτλοφορείται «Τα σώματα, όταν κοιμούνται μαζι», θα γράψει:

 

Ο θάνατος δεν μπορει να εξισώνεται με τον ύπνο

……………………

Ο θάνατος δεν είναι ύπνος, όταν υπάρχει

κίνηση, όταν υπάρχει

μεταβολη,

και βέβαια ούτε ο ύπνος θάνατος

[πλην εξαιρέσεων].

…………………..

Έτσι, για χάρη των αχάριστων, των άπιστων, των κυνικων,

δώστε άλλη μεταφορα στον ύπνο

γιατι στον θάνατο είμαστε τελείως μόνοι.

σσ. 60-61

 

 

Βέβαια, εντος της συλλογης, υπάρχουν και υπέροχοι υπερρεαλιστικοι στίχοι, θα έλεγα με θαυμαστη επάρκεια και αυτοτέλεια, που θα τους ζήλευαν ακόμη και κορυφαίοι υπερρεαλιστες ποιητες  ή οι πρώτοι διδάξαντες τις αρχες και τις αξίες αυτου του λογοτεχνικου κινήματος. Στίχοι όπως:

 

Με τα χέρια στερεωμένα στα σύννεφα έδειχνα τα σωθικα-μου.

σ. 23

 

Και όπως το κύμα θα κεντάει με αλάτι το παγωμένο αίμα

σ. 29

 

Τεντώνουμε τη μνήμη τ’ ουρανου

με τα λευκα-μας, τα λευκα-μας κόκαλα.

σ. 34

 

Υπόθεση της Ιστορίας, που μου σκάβει το μυαλο.

σ. 35

 

Έκδηλος όμως, είναι και ο θαυμασμος και η αγάπη που τρέφει Ε. Παναγιώτου προς τους Έλληνες υπερρεαλιστες ποιητες, που άλλους τους μνημονεύει ονομαστικα στα ποιήματά-της, όπως ο Νικόλας Κάλας, ο Νίκος Εγγονόπουλος και η Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ, ξεχωρίζοντας μάλιστα στίχους-τους με τους οποίους εμβολιάζει δικους-της, και άλλους αφανέρωτα, όπως τον Μίλτο Σαχτούρη, που η ενότητα που φέρει τον τίτλο «Οι Ουρανοι μάς ανήκουν», δεν μπορει παρα να φέρει στη σκέψη-μας τον στίχο-του «διψάμε για ουρανο». Αλλα και ο στίχος της Ε. Παναγιώτου «πάτησες του κουμπι του πανικου», σ. 26, φέρνει αυτόματα στη σκέψη-μας τους στίχους «Αν πιέσω το κουμπι της μνήμης-μου / ο τρόμος θα με ανατινάξει», του αξέχαστου και αξεπέραστου Νίκου Καρούζου.

Ιδιαίτερη εντύπωση και ενδιαφέρον παρουσιάζει και η δεύτερη ενότητα της συλλογης που έχει τον βιβλικο τίτλο  «Μαρτυρίες για την προέλευση του κόσμου», που είναι και η πιο εκτεταμένη. Αποτελείται απο 11 ποιήματα όπου το κάθε ένα συνιστα απο μόνο-του μία ολοκληρωμένη πραγματεία πάνω σε διάφορα θέματα και αντικείμενα που αποτελουν μέρος του σημερινου κόσμου, και οι οποίες πραγματείες δηλώνονται με υπέρτιτλο που διαβάζουμε πάνω απο τον κύριο τίτλο όπως π.χ. Περι του τόπου πριν, Περι του πολιτισμου και των ενστίκτων, Περι των τάξεων, των φύλων και των φόνων, Περι της ερωτικης ένωσης, Περι της έκστασης ή της φυλετικης βίας, Περι της ποιητικης ανατομίας, Περι της ψυχικης εξουσίας, Περι του τέλους των ειδων κ.ά.

Καταλήγοντας αλλα όχι ολοκληρώνοντας, θέλω να τονίσω με έμφαση πως η συλλογη΄΄Μύθοι για το τέλος του κόσμου΄΄ δεν μπορει ν’ αναλυθει επαρκως σ’ ένα σύντομο κριτικο κείμενο. Και ο λόγος είναι απλος. Πρόκειται για ποιητικο έργο πολύμοχθο και κυρίως πολυπρισματικο. Έργο δηλαδη με πολλαπλες οπτικες. Έτσι, μέσω αυτων των οπτικων μπορεις να το βλέπεις και να το αναλύεις απο πολλες και διαφορετικες πλευρες, που άλλες είναι φωτεινες και άλλες αφώτιστες, γι’αυτο, όσο και να το θέλεις, δεν μπορεις να δώσεις μία εξαντλητικη και οριστικη άποψη ή  σπουδη πάνω σε αυτο το έργο. Πίσω θα παραμένουν κρυμμένα και αθέατα, και επομένως ασχολίαστα, πολλα άλλα σημεία-του. Στο επίκεντρο όμως, αυτου εμβληματικου έργου, ο οποιοσδήποτε αναγνώστης, είτε αυτος είναι εξαιρετικα μορφωμένος είτε είναι σχεδον αγγράμματος, είναι εύκολο να διαπιστώσει πως βρίσκεται πάντοτε ο καταδυναστευόμενος άνθρωπος, με τις χαρες και τις λύπες-του, τις αρχες και τις αξίες της ζωης-του, στον οποίο εμμονικα πιστεύει και υμνει η ποιήτρια Ευτυχία Παναγιώτου, και τον οποίο, χωρις δυσκολία, μπορεις να παρακολουθεις απ’ όποια οπτικη γωνία και αν βρίσκεσαι. Άρα, τόσο απο την πλευρα σύλληψης και απόδοσης της έμπνευσής-της, όσο και απο την πλευρα της αισθητικης αποτύπωσής-του, καθως και του πλούσιου περιεχομένου-του, συστήνεται έργο αριστουργηματικο που άνετα μπορει ν’αξιολογηθει με ψηλη βαθμολογία!

 

*Ο συγγραφέας του κειμένου ακολουθει κανόνες του μονοτονικου που εφάρμοζε ο Αντώνης Μυστακίδης-Μεσεβρινος