Όταν γεράσω κάποτε
θα γίνω ληστής˙
θα παίρνω πίσω το σώμα μου
κλέβοντας καλοκαίρια
Παναγιώτης Δόικος[1]
Υπάρχουν φορές που συμβαίνει ο τίτλος ενός βιβλίου να μετέχει οργανικά στο σώμα του: τούτο αφορά την ποιητική συλλογή της Αγάθης Ρεβύθη, με τίτλο ΕΝΑ ΒΙΒΛΙΟ ΜΕ ΚΡΟΤΟΥΣ (Flisvos Publics, 2020). Πρόκειται για ένα μάγμα αρμονίας, καθότι -όπως σημειώνει η ποιήτρια- “όταν οι αισθήσεις συνεργάζονται,/καμιά δεν νοιάζεται να έχει το επάνω χέρι για/να ηγηθεί της άλλης”[2] ˙ και μάλιστα σε μια ζοφερή περίοδο όπως αυτή που ζούμε , όπου συχνά πυκνά πιάνουμε τον εαυτό μας να ακούει φωνές[3] .
Όσον αφορά την θεματική των ποιημάτων στην εν λόγω συλλογή, βλέπουμε την δημιουργό να καταθέτει διάφορες μνήμες μέσω ενός σώματος κουρασμένου, το οποίο, από τη μια, επιμένει να προσμένει γλυκά την αυγή σαν “τζάμι που θέλεις να σπάσεις”[4] ˙ κι από την άλλη, γνωρίζει πώς να συντηρεί με λίγο νερό τα ρόδα μαζί με τα αγκάθια τους. Έτσι, γινόμαστε μάρτυρες μιας αμιγώς ταρκοφσκικής οπτικής[5], μια και δηλώνεται ο σεβασμός προς εκείνον τον άνθρωπο που, ενώ καίγεται το σπίτι του, προτιμά να φυτεύσει βασιλικό. Κι αυτό σε αντιπαράθεση με την στάση ζωής του καιρού μας όπου, προκειμένου να μη νιώθουμε οποιαδήποτε λύπη, έχουμε ναρκώσει ολοκληρωτικά τη χαρά˙ παρόλα αυτά, η Ρεβύθη εμφατικά θα πει: “εσύ φοράς την αγάπη και/δεν κρυώνεις”[6].
Η γραφή της, δίχως εξάρσεις νοητικές ή λεκτικούς ακροβατισμούς, σκιαγραφεί το γκρίζο, το όποιο ύποπτο γκρίζο που μπορεί να ελλοχεύει ανάμεσα μας, ούτως ώστε (να μπορούμε) να εκτιμούμε στη ζωή ακόμα και τον συννεφιασμένο ουρανό. Άλλωστε, “η αθωότητα του ουρανού είναι ίδια/όλες τις ώρες”[7] : έκδηλο διαφαίνεται το ανεπεξέργαστο ύφος που διαθέτει η ποιήτρια˙ γι’αυτό και ο στίχος της όσο δεν υπάγεται σε επιδεικτική ευγλωττία, τόσο περισσότερο ευημερεί σημασιοδοτικά. Εκθέτοντας ο κάθε στίχος μια γυμνή ενικότητα, φαίνεται να μην επαρκούν οι λέξεις για να εξομολογηθεί μια ορισμένη αλήθεια. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να περιγράφονται σε κάθε ποίημα εμπειρίες της δημιουργού , όχι βουβές μα εγγαστρίμυθες. Πάνω στο νήμα μεταξύ αισθητικής και ηθικής, οι στίχοι της Αγάθης Ρεβύθη, αφενός συμβάλλουν στην άρση μιας ενδεχόμενης ποιητικής μονοτονίας, και αφετέρου προκαλούν κάτι ευχάριστα αναπάντεχο κατά την ανάγνωση˙ στίχοι που λειτουργούν ποιητικά εν είδει ανταπόκρισης στον κόσμο του πραγματικού, σε αντίθεση με τη φρικαλέα μετριότητα του καθημερινού. Αν και κάθε ποίημα του ΒΙΒΛΙΟΥ ΜΕ ΚΡΟΤΟΥΣ καθίσταται κατανοητό μέσα σε μια αφελή προφάνεια, εντούτοις εκπέμπει νόημα που γίνεται αντιληπτό μονάχα υπό το φως μιας άδολης σκέψης.
Συνεχώς λοιπόν διατηρείται στον ποιητικό λόγο του βιβλίου μια ενστικτώδη φυσικότητα, η οποία κάνει την δημιουργό να βιώνει τον εαυτό της σαν ένα πετραδάκι σε ένα παπούτσι που ονειρεύεται κάποιος ξυπόλυτος ή σαν ένα αγκάθι ενός ρόδου που σάπισε στη βροχή[8]. Ως εκ τούτου, νιώθει πλέον να ωρίμασε -όπως μας εκμυστηρεύεται- σαν δέντρο της γης, ανοίγοντας έναν διάλογο, άλλοτε φανερό άλλοτε κρυφό, μεταξύ του κόσμου και του εαυτού της. Εξάπαντος, η ποίηση της Ρεβύθη, αφουγκραζόμενη τη ζωή ως σεμνό κατόρθωμα, βολιδοσκοπεί ισορροπίες που δεν είναι απαραίτητο να συμβούν, οπότε διαπιστώνει πως “την ζεστή αγκαλιά μπορείς να την/αισθανθείς/ακόμα κι από έναν άνθρωπο που του/λείπουν/τα χέρια”[9]. Με άλλα λόγια, η ζωή για την ποιήτρια είναι μια ωραία τρέλα εφόσον κι εσύ παίρνεις μέρος σε αυτή: άρα, κατ’επιλογή της χρησιμοποιεί γλώσσα διακριτική που σε προσκαλεί να έρθεις σε επαφή μαζί της, επειδή η ίδια καταφάσκει στο να δίνει στη γλώσσα ένα σώμα τρωτό, συνάμα και ερωτικό ˙ γλώσσα που μπορεί να μην εγκυμονεί συγκεκριμένο νόημα, ωστόσο στέκει ικανή να οριοθετεί μια ασυμμετρία ανάμεσα στο Εγώ της ποιήτριας και τον κόσμο του αναγνώστη, μια ασυμμετρία ωσάν στολίδι αφτιασίδωτο. Όπως λέει ο Κώστας Αξελός, “αναλαμβάνοντας την οδύνη, τη μιζέρια του εαυτού και του κόσμου, σκέψη και ζωή θα είχαν τότε να ανοιχτούν ποιητικά στην αδυνατότητα που τις επιβάλλεται, που τις κινητοποιεί χάρις στη γόνιμη ανησυχία και τους προσφέρει μια κάποια ανάπαυση”[10].
Άραγε, μια ανάλογη ανάπαυση δεν επιζητά καθένας από μας; Ακόμα κι αν έχασες, πάλι θα ξημερώσει αύριο, είναι κάτι που ενστερνίζεται η Ρεβύθη, κι ας “σιμώνεις για να ξεχαστείς/σιμώνεις για να πληγωθείς/σε αγγίζει η ψυχή/μα και η τέρψη,/κυοφορώντας /την επόμενη ηδονή!”[11] . Εξάλλου, υπάρχουν ορισμένα πράγματα στα οποία δεν χρειάζεται να πιστέψεις , για τον απλούστατο λόγο πως ποτέ δεν σταματάς να τα νιώθεις: όπως ακριβώς τα νιώθει κι η Αγάθη Ρεβύθη.
[1] ‘Τα λύτρα’, Ίνδικτος, τ.20, σελ.7
[2] ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΤΟΥ ‘ΠΕΛΕΚΑ’, σελ.47
[3] Ενδεικτικός ο τίτλος του ποιήματος Ο ΕΛΛΗΝΑΣ ΑΚΟΥΕΙ ΦΩΝΕΣ…, σελ.23
[4] ΚΡΑΔΑΣΜΟΣ, σελ.11
[5] Πρβλ.την γνωστή ταινία Η ΘΥΣΙΑ του Ρώσου σκηνοθέτη Ταρκόφσκι
[6] ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΤΟΥ ‘ΠΕΛΕΚΑ’, σελ.47
[7] Ό.π., σελ.46
[8] Βλ.το ποίημα ΕΙΜΑΙ, σελ.13
[9] ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟ ΗΛΙΟΒΑΣΙΛΕΜΑ ΤΟΥ ‘ΠΕΛΕΚΑ’,σελ.46
[10] ΜΕΤΑΜΟΡΦΩΣΕΙΣ, εκδ.Εστία, σελ.25
[11] ΣΚΙΡΤΗΜΑ ΔΙΦΟΡΟΥΜΕΝΟ, σελ.32









