Δεν αναπνέω
Δεν αναπνέω.
Όταν δε σε έχω παύω να αναπνέω.
Δέντρο περήφανο να στέκεται όρθιο αλλά κούφιο τις ρίζες του να ξεγελάει.
Θάλασσα που σώπασε κι άλλο κύμα στο ακρογιάλι δε θα στείλει γιατί ξέμεινε από αέρα.
Φωτιά που σηγοσβήνει σε νύχτα παγερή γιατί οξυγόνο άλλο δε βρίσκει.
Δεν αναπνέω.
Τον κόσμο βλέπω πια θολό κι οι αισθήσεις μου αγναντεύουν τον υποσχόμενο ερχομό σου.
Φάρο ορθώνουν ψηλό, το φως του πυξίδα σου να έχεις.
Δεν αναπνέω γιατί όλες τις ανάσες μου ασφάλισα μέσ´τα δικά σου στήθη.
Πολλές κι όλες δικές σου.
Να μην ξεμείνουν τα πανιά σου από άνεμο.
Συνήθισα να μην αναπνέω.
Κι ακόμα περιμένω.
Λευκά πανιά στη θάλασσα προσμένω!
Αριάδνη
Έκλεισα τα μάτια μου και είδα τα κορμιά μας να αγκαλιάζονται σφιχτά και τις ψυχές μας
τις χαδιάρικες τους κόμπους μας να λύνουν.
Γόρδιοι δεσμοί που ενώθηκαν μα βρήκανε την άκρη όταν τα μάτια μας εσμίξανε λαβυρίνθους ισιώσανε κι έφτιαξαν μονοπάτι.
Η Αριάδνη να χαμόγελα, ήσυχη να χορεύει και τον κακό Μινώταυρο σε παραμύθι όμορφο το μίτο του να πλέκει.
Άνοιξα τα μάτια μου κι είδα το όνειρο μου να με έχει αγκαλιά του, να μη φοβάμαι τώρα πια μη τύχει και ξυπνήσω, αφού το χέρι σου κρατώ και το φιλί σου αγγίζω.
Ξάπλωσε, κοιμήσου!
Τόσος έρωτας και τον πνίγεις αθόρυβα με το μαξιλάρι της αυριανής σιγουριάς σου.
Αναβάλεις πάλι το μάταιο δεδομένο σου.
Ποιος σου είπε ότι η δέσμευση
της παραχώρησης του
μπορεί να βάλει ενέχυρο τον ελαφρύ σου ύπνο;
Η εγγύηση σου ξαπλώνει στο βέβαιο του τίποτα
κι εσύ νομίζεις πως τα όνειρα, σου ανήκουν.
Ένα μαξιλάρι που το ποτίζει μόνο ο ιδρωμένος χρόνος σου.
Ξάπλωσε, κοιμήσου!









