I.

Η ΤΡΙΚΥΜΙΑ

Γυρνά χιλιάδες χρόνια στα νερά μας,
γεμίζει ναυαγούς τα ψαροχώρια,
σαπίζει τα πορτοπαράθυρά μας
και κλείνει στο λιμάνι τα βαπόρια.

Χτυπά χιλιάδες χρόνια τα ίδια μέρη
– κάτι σαν κάθειρξη, σαν ομηρεία –
κι αδιάκοπα, χειμώνα-καλοκαίρι,
εδώ τελειώνει κάθε της πορεία·

εδώ που τον εξέβρασε εκών άκων
– τότε μας έλεγαν νησί των Φαιάκων – ,
εδώ τον περιμένει να γυρίσει,

μπορεί να ’χει αργήσει, μα δε τη νοιάζει,
θα ’ρθει, γιατί μονάχα αυτή του μοιάζει·
θα ξαναρθεί, μ’ αυτή να τρικυμίσει.

II

ΤΟ ΝΑΥΑΓΙΟ ΤΩΝ ΑΝΤΙΚΥΘΗΡΩΝ

(η ευχή)

Αρκεί μια ναυμαχία, μια καταιγίδα·
αρκεί να εμβολιστεί, να προσαράξει
στην Κω, στην Αμοργό ή στην Ατλαντίδα,
ή και στη Θούλη πια, αρκεί να βουλιάξει·

να δραπετεύσει σ’ άγνωστους πυθμένες,
με πλήρωμα σουπιές ή καρχαρίες,
σαθρές σανίδες φύκια σκεπασμένες,
που κουβαλούνε πια μόνο ιστορίες…

Κι αν, όπως αργά θα γίνεται σκόνη
– σαν μούδιασμα απ’ τη πλώρη ως το τιμόνι –,
αν, λέει, και κάποιον άλλον προσελκύσει,

να ’ρθει κι ας κρατήσει… κάθε αμφορέα,
ως και τον έφηβο που ’χε παρέα
– αρκεί να μη σκεφτεί να τ’ ανελκύσει!