ΜΙΑ ΖΩΓΡΑΦΙΑ

Πινελιές διάσπαρτες ο κόσμος
φως
ήχοι
μυρωδιές
γεύσεις
ψηλαφίσματα
παντού και όλα διάχυτα
λάμψεις με γκρίζα χρώματα
ψίθυροι που γίνονται κραυγές
ευωδιές που κρύβουν δυσοσμίες
γλυκόπικρες γουλιές
χάδια και μαλώματα!
Δρόμος ατελείωτος η ζωή
διαβάτες οι στιγμές
κι όσες δεν ξεθωριάζουν
γίνονται ηχώ
μυρίζουν άνοιξη
με νέκταρ μεθυσμένες
βελούδινα διαβαίνουν!
Βήμα που ξεγελά τον χρόνο
ανάμνηση με ανεξίτηλη μπογιά
ποιητή – ζωγράφου ή θεού!
Μελάνι μαύρο σε δυο μάτια
νότα θεϊκή σε χείλη κόκκινα
Απρίλη άρωμα σε ανθισμένο σώμα
αρμύρα έρωτα στο κύμα της ψυχής
άγγιγμα διάφανο στα φυλλοκάρδια.
Μια ζωγραφιά
«Η ζωή μας τρέχει!»
αισθήσεις κι αναμνήσεις
και η ομορφιά μια πινελιά
ποιητή – ζωγράφου ή θεού!

ΜΙΑ ΧΑΡΑΜΑΔΑ

Μέσα σε τέσσερις τοίχους έζησα
σ’ ένα σπίτι μανταλωμένο
ακούσια μέσα στην πρόζα
πλάι μου ο κόσμος αραγμένος
κάποιο λουλούδι στη γλάστρα
ένα πουλί στο κλουβί
φως κρεμασμένο στο ταβάνι!
Στην πόρτα μια χαραμάδα σφύριξε
ανεμοσούρι σε ψυχή και νου
κι έξω σε κόσμο άλλον βρέθηκα
αγριολούλουδο στον κάμπο
φτεροκόπημα στο δάσος
αστροφεγγιά στην αμμουδιά
στον κόσμο που δεν έζησα βρέθηκα!

Η ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ ΠΟΡΕΙΑ

Ταξιδεύω στην αγάπη
στην πιο όμορφη πορεία
στο απέραντο γαλάζιο
στο πιο άγριο κύμα
στον πιο λευκό αφρό.
Σώμα μου το πιο γερό σκαρί
ψυχή μου το πιο ψηλό κατάρτι
σκέψη μου -αυτή
η πιο όμορφη πορεία-
κύμα να δέρνει το σκαρί
και γι’ ανταμοιβή
ουρανό ν’ αγγίζει το κατάρτι!

ΣΤΗΝ ΑΝΝΑ

«Στην Άννα»!
Έτσι έγραφε το γράμμα μου
-για σένα!
Απορία το ’χε ο ταχυδρόμος
«Δυο λέξεις μόνο;»
«Κύριε η Άννα δεν είναι μια λέξη μόνο!»
του απάντησα και του έδειξα
έξω στον φάκελο
-για σένα!
«Τη βλέπω!…» συμπλήρωσε
κι είπα μέσα μου
επιτέλους!… ξεστραβώθηκε και σ’ είδε!
Όμως σαν έσκυψε και μου είπε
«Τη βλέπω!… μια λέξη δίπλα σε μιαν άλλη!»
τότε δεν άντεξα και του τα ’ψαλα του βλάκα
«Τί βλέπεις; Άσε την άλλη! Στην Άννα κοίτα!»
«Τις βλέπω!… τη μια δίπλα στην άλλη!»
ξανάπε τώρα κι ετούτος φουρκισμένος
κι είπα μέσα μου
χαλάλι!… αφού βλέπει εσένα
ας βλέπει κι όλο μου το σόι!
Μα σαν γύρισε και μου είπε
«Στην Άννα!… σε ποια Άννα;»
ε!… τότε μ’ άκουσε η οικουμένη
«Στην Άννα! Βλέπεις καμιάν άλλη;».