Ιπτάμενες μάγισσες

 

Στη γιορτή σου δεν ήρθε κανείς,

ξέχασες να τους καλέσεις

κι έμεινες μόνη με μια σκούπα στο χέρι.

Δεν είχες τι να σκουπίσεις,

κανένας δεν βρώμισε το σπίτι σου.

Δεν είχες σκουπίδια,

από κείνα που πετούν οι άνθρωποι

και από τ’ άλλα που πετούν με τον αέρα,

ιπτάμενα σκουπίδια.

Τα σκουπίδια είναι ζωή,

αυτό είχες πει κάποτε,

Tα σκουπίδια είναι ζωή

φώναζες σ’ έναν κάδο ξεχειλισμένο.

Τώρα όμως

δεν είχες τι να σκουπίσεις.

Μόνο δάκρυα,

αυτά τα γνωστά τα δικά σου,

τα χες βαρεθεί πια,

στέγνωσαν μοναχά τους.

Δεν σκούπισες τίποτα τελικά.

Άφησες τη σκούπα σε μια γωνιά

και πέταξες κατάχαμα

κάτι σκέψεις παιδικές

για ιπτάμενες μάγισσες.

 

 

****

Η μυρωδιά

 

Ήταν τα πρωινά του φθινοπώρου

Που περπατούσα για δουλειά

Και μου ερχόταν η μυρωδιά.

Το άρωμα απ το δέρμα σου

Και λίγο πριν ή λίγο μετά

Δεν θυμάμαι καλά

Το άρωμα της βροχής.

Μπερδευόντουσαν τόσο σωστά

Και λίγο μετά

Με κινούσαν αυτά

Κι έφτανα στη δουλειά

Με αυτή τη μυρωδιά

Το άρωμα της βροχής

Και λύγο πριν ή λίγο μετά

Δε θυμάμαι καλά

Το άρωμα απ το δέρμα σου

Μπερδευόντουσαν τόσο σωστά

Κι είναι κάπως κρίμα που

πια

Μας τελείωσαν τα σύννεφα.