Γαλανή απεραντοσύνη

Τώρα που έσπασαν οι φλέβες,
Και από μέσα μου τρέχουν οι στιγμές,
Θα υπάρχει μια εξήγηση γιατι
Αυτό που μένει περισσότερο είναι αυτό που φεύγει.

Φαίνεται πως δυό φορές κανείς πεθαίνει,
Όταν πάψει ν’ αγαπά και ν’ αγαπιέται.
Μα σαν το γαλανό απέραντο χαράζεται ψηλά,
στην καρδια μου μια ολόλαμπρη ελπίς με θέλγει.

Έπεται

Οι θερινές ψιχάλες,
σαν δάκρυα
στο σκονισμένο μάγουλο
της υπερκόσμιας σιγής.
Στάζουν οι αρμοί της αβεβαιότητας
απο το ταβάνι της ανέλπιστης χαράς,
και βράχηκαν οι τύψεις και μουχλιάζουν.

Σκόνη, μάνα των νεκρών στιγμών,
σκέπαζε τα παιδιά σου, τις μνήμες,
με την άμμο της απόκοσμης ακρογιαλιάς
όπου ξεχάσαμε τα κομμάτια
του εαυτού που προδώσαμε.

Αβοήθητοι,
Μα ευγνώμονες,
Που σε τούτο τον κόσμο
τολμησαμε και γελάσαμε
ζώντας μια ζωή
που διαρκώς περπατούμε
σαν να μην υπάρχει τέλος.
Λες και ζωή αιώνια μας περιμένει.

Η Κόρη

Μάνα που έχασε παιδί,
φωλιάζει ο πόνος στην καρδια
γιατί έφυγε και δεν πρόλαβε
τη γλύκα της ζωής να νιώσει.

40 χρόνια πέρασαν, εκταφή κόρης νιάς,
τα παιδικά κόκκαλα μαχαίρια στην καρδια
για ενα «πάντα» που ξεπερνάει το «γιατί».

«Μάνα έλα κι ας είναι μια στιγμή,
όπως μιά στιγμή ήταν η ζωή μου.
Μια καλημέρα σαν εκείνο το πρωί που έφυγα,
Και απο τοτε ο Ήλιος έπαψε να δύει στα μάτια μου.
Ένα φιλί στο μέτωπο δώσε μου και μετα φύγε,
και πες σε όλους οτι φίλησες την αιωνιότητα»

Πιάνει το κρανίο της κόρης,
Το φιλάει,
Το χαϊδεύει σαν ζωντανό.
Μα για την μάνα το παιδί δεν πέθανε ποτέ.

Ακροβάτισσα
Μιαν ημέρα την ζωή μας
θ’ αγκαλιάσει,
μια γλυκύτητα με ακάνθινο στεφάνι,
γιατί έτσι μας γράφτηκε η ζωή,
να μπορεί να γίνει φως
μέσ’ απ’ την μακρυνή ανάμνηση
των πεθαμένων ονείρων.

Ώ!, του θανάτου απάνθρωπη φαντασία,
τρέπονται σε φυγή οι έρωτες,
τα χρόνια εκείνα που γελας
κι οι αναμνήσεις παγώνουν,
μην τις προλάβει η λαιμητόμος του χρόνου,
μην κοπεί το νήμα της ζωής
και πέσει η ακροβάτισσα ψυχή μας.

Νύχτα

Έπεσε το μαύρο πέπλο της νύχτας.
Η νύχτα των πνιγμένων στεναγμών,
Όλα εκείνα που ποθήσαμε χάνονται.
Ανάντη στο σκοτάδι όλα ξένα,
και μια αίσθησις νοσταλγίας
για κάτι που δεν ζήσαμε,
κι όμως υπήρξε.
Μην φεύγεις…

Φεγγάρι συντροφιά δική μας,
Πάντα ήταν εκεί,
Στις βραδινές περιπλανήσεις,
Στα βραδινά φιλιά,
Στην ακρογιαλιά που ξαπλώναμε
αγναντεύοντας το.
Ήταν πάντα δίπλα μας.

Εκείνα τα βράδια που δεν θέλαμε να ξημερώσει,
Εκείνα τα βράδια,
που μετρούσαμε τ’ αστέρια
μέχρι να κοιμηθούμε αγκαλιά.

Νύχτα σε εσένα μιλώ.
Τα βράδια που έψαχνα φως,
μου ‘δωσες το φεγγάρι.
Τα βράδια που ήθελα να κλάψω,
με παρηγόρησες κρύβοντας με
πίσω απ’ το μαύρο φουστάνι σου σαν μάνα.

Κάθε φορά αγναντεύω το άπειρο,
Τα άστρα ζωγραφίζουν την ζωή μας,
μα εγώ βλέπω εκείνη πάλι,
Αν είσαι εσύ μίλα μου,
Αν είσαι εσύ φίλα με,
Αν είσαι εσύ αγκάλιασε με.