Καπέλο Καμινάδας

Ξέρω ότι είσαι μέσα
Βλέπω τον καπνό που
Βγαίνει απ’ την καπνοδόχο
Έχω προσπαθήσει πολλές φορές
Να μπω από κει μέσα
Αη-Βασίλης ντύθηκα
Έγινα πουλί, πεταλούδα
Λουλούδι, ηλιαχτίδα
Κόκκινο μπαλόνι
Αέρας, χιόνι και βροχή αλλά
Το καπέλο καμινάδας
Με σπρώχνει μακριά
Εμένα και τα θραύσματα ουρανού
Που παρασέρνει καθώς
Περιστρέφεται γύρω απ’ τον εαυτό του.
Νιώθω την καύτρα κάτω απ’ το μέταλλο
Οι σπίθες κηφήνες
Σε περίοδο αφθονίας τροφής
Ο καπνός που ξεμυτίζει λικνιζόμενος
Και ό,τι δε φαίνεται
Πιο θελκτικά κι απ’ τις φέτες φωτός
Φύλλα καθρέφτη που
Το ένα γλύφει τ’ άλλο
Σπρώχνουν τις ηλιαχτίδες μακριά
Κηφήνες σε περίοδο έλλειψης τροφής
Τυφλώνουν τόσο όταν
Δεν προλάβεις να
Τα κοιτάξεις κατάματα,
Πριν προλάβεις να
Δεις τη Χιονάτη.

Τεθλασμένη Γραμμή

Μετρό. Στάση Σύνταγμα,
Καθισμένος, το δεξί του χέρι στην τσέπη
Τ’ αριστερό στο γόνατό του,
Μια εγκυμονούσα μπαίνει στο βαγόνι
Κρατιέται απ’ τη μπάρα μπροστά του,
Σηκώνεται , της προσφέρει τη θέση του
Του χαμογελάει
Τ’ αριστερό του χέρι στη μπάρα
Το δεξί στην τσέπη,
Ξαφνικό τράνταγμα του συρμού
Το χέρι πετιέται απ’ τη τσέπη
Κρέμεται
Σπασμένος δείκτης ρολογιού
Αυτή το βλέπει κι αμέσως
Στρέφει το βλέμμα της έξω απ’ το παράθυρο
Πολύχρωμα σχήματα μετατρέπονται σε
Παράλληλες ευθείες
Ασαφείς, φοβισμένες
Τις καταβροχθίζει ο τοίχος
Φτύνει τα υπολείμματα
Ανάμεσα απ’ τα σάπια δόντια του,
Το πάνω παράθυρο ανοιχτό
Αυτός στο τζάμι
Τεθλασμένη γραμμή,
Η κακοσμία εισβάλλει
Προσγειώνεται βαριά στην
Κοιλιά της εγκυμονούσης
Στον αφαλό, είναι βέβαιος.

Θα ‘θελα

Θα ‘θελα τις λέξεις μου
Πολυγωνικές κι όχι
Βότσαλα σμιλεμένα –
Παγάκια, χιονόμπαλες, πέτρες, κι όχι
Καραμέλες, πέταλα, χνούδι πικραλίδας –
Νότες φάλτσες που
Μπαινοβγαίνουν στα μαλλιά σου και
Τ’ αναστατώνουν – να ήταν
Το ‘Do you hear the people sing’ του Schonberg κι όχι
Το ‘Air on the G string’ του Bach – να ήταν
Ο κεραυνός που φωτίζει τον κήπο τη νύχτα – κι όχι
Πυροτεχνήματα Πρωτοχρονιάς που
Γαζώνουν στον ουρανό
Ακόμα ένα χρόνο και
Κάτω απ’ τις ραφές
Τις λέξεις μου
Σποράκια στο σκοτάδι.

Παπαρούνες

Πριν φύγεις, μου ‘δωσες ένα ματσάκι παπαρούνες. Νομίζεις ότι πίστεψα πως η θεά Δήμητρα συγχώρεσε ποτέ τον Άδη, πως όλα αυτά τα λιβάδια με τις παπαρούνες είναι στ’ αλήθεια ανάθημα στον Πλούτωνα, επειδή συμφώνησε να φέρνει την Περσεφόνη πίσω έξι μήνες το χρόνο, ότι
Του ζήτησε τους πέντε ποταμούς του στ’ αλήθεια για να ποτίσει τις παπαρούνες; (τι ξέρει ο Άδης πέρα από μεταλλεύματα!) Ο Αχέρων, ο Κωκυτός, ο Φλεγέθων, η Λήθη και ο Στυξ προσφορές ήταν απ’ το θεό για να κατευνάσει τις ερινύες του, που χώρισε μάνα και κόρη.
Νομίζεις ότι δεν βλέπω τους δυο γιούς του, τον Ύπνο και το Θάνατο, πως γελάνε συνωμοτικά, κρυμμένοι πίσω απ’ το ανάκλιντρο της Δήμητρας, κι ας φοράνε το κράνος που τους κάνει αόρατους (αυτό που τους δάνεισε ο πατέρας τους, δώρο των Κυκλώπων).
Νομίζεις πως κοιμάται στ’ αλήθεια; Μα, αυτή σχεδιάζει πώς να ευλογήσει τη νέα σοδειά που κρύβεται κάτω απ’ τις παπαρούνες και που θα ξυπνήσει την άνοιξη, τότε που θ’ ανέβει η Περσεφόνη πάνω στη γη και θα ενωθεί πάλι με τη μάνα της.
Εσύ όμως το ήξερες πως οι παπαρούνες θα μαραίνονταν την επομένη, είτε τις πότιζα, είτε όχι. Στάθηκες έξω απ’ το παράθυρο, καθώς φόραγες το κράνος σου, και με παρατηρούσες, θα μαδούσα κάποια απ’ αυτές άραγε; Πόσο φρόντισες να μην υπάρχει καμία μαργαρίτα μέσα.

Αγριόχορτα

Τα βλέπω κάθε μέρα στο μαντρί
Τα μαλλιά τους μαγκώνουν στο φράχτη
Πλέκουν συρματόπλεγμα γύρω απ’ τα παλούκια
Μόλις σκοτεινιάσει μπαίνουν στη σειρά
Σχηματίζουν κύκλους
Γίνονται πέτρες για παρτέρια
Απ’ το δρόμο φαίνονται πολύ μικρά
Αλλά εγώ έχω δει κάποια απ’ αυτά να ψηλώνουν
Ξαίνουν και γνέθουν τα μαλλιά τους
Φτιάχνουν σκάλα κι ανεβαίνουν πάνω απ’ το φράχτη
Όμως μόλις τα χαλίκια απ’ το δρόμο
Τους πετροβολήσουν
Κι ο κονιορτός σκοτεινιάσει τα μάτια τους
Μπαίνουν πάλι σε σειρές
Βωμοί από κοπριά και λιθάρια
Κι όταν πέφτει λίπασμα
Από νάμα και λιβάνι
Τρέχουνε να λιαστούν
Για να προφυλαχτώ
Δε ζω μέσα στα παρτέρια
Φυτρώνω μόνο
Στις ραγισματιές της πέτρας
Τ’ Αγριόχορτο εγώ.

Κάθε βράδυ

Κάθε βράδυ στον ύπνο μου
Μένω εμβρόντητη όταν μαθαίνω για
Το θάνατο των νεκρών μου,
Ποτέ δεν παρίσταμαι στην κηδεία τους
Βλέπω μόνο απ’ την πόρτα της εκκλησίας τις
Ολοζώντανες μπούκλες τους
Στην κορυφή
Πάνω απ’ τη λαμπάδα, πάνω
Απ’ την εικόνα της Παναγίας,
Ξετυλίγονται προς το ιερό
Ανάμεσα απ’ τα δάχτυλα του Κυρίου που
Φτιάχνει με τις πλεξίδες
Ανεμόσκαλες
Οδηγούν κάτω ή πάνω
Δεν ξέρω
Η μια άκρη τους τυλιγμένη στο δάχτυλο Του
Κυρίου, η άλλη στο
Πόμολο,
Κρατάνε έτσι την πόρτα ανοιχτή για να
Μπαινοβγαίνω
Χωρίς ποτέ να φεύγω.

Αμάραντος

Κατευθύνεσαι προς το νεκροταφείο
Στο τέλος του χωριού
Ένα μπουκέτο τριαντάφυλλα
Στη θέση του συνοδηγού
Προσανατολίζεσαι προς τα κυπαρίσσια
Μετά το χωματόδρομο με
Τις στροφές και τις λακκούβες
Τ’ αυτοκίνητο σε μόνιμη παλινδρόμηση
Πυρωμένες πικροδάφνες κι αστραφτερά σπάρτα
Κι αμάραντος
Κατά μήκος του δρόμου
Ολοζώντανα αρώματα και χρώματα
Σου γνέφουν απ’ τα παράθυρα
Μια στάση δεξιά
Ένα μπουκέτο αμάραντοι τώρα μπροστά
Απ’ το παρμπρίζ, δίπλα στο τιμόνι
Τακτοποιείς τα τριαντάφυλλα στο
Ανθοδοχείο του τάφου
Και φεύγεις
Τα χρώματα κι αρώματα
Ο χάρτης σου ως το σπίτι
Το μπουκέτο με τον αμάραντο
Στη θέση του νεκρού.

Φωτογραφία Γάμου

Κρατάς τη σιωπή ανάμεσα απ’ τα
Πλεγμένα σου δάχτυλα
Κρατάω ένα μπουκέτο παράπονα
Μαραμένα με τα χρόνια
Χρώματα μουγκά,
Ανύπαρκτοι κόκκοι ρυζιού από
Κοινές στιγμές
Βουίζουν πάνω απ’ τα κεφάλια μας
Αιωρούνται σε παράλληλες
Τεθλασμένες γραμμές,
Τα μυστικά μας
Πολύτιμα χαλίκια μέσα
Στα παπούτσια μας
Κουστούμι από τετραγωνισμένο γρανίτη
Σημαία σου η γραβάτα
Ποτέ λευκή
Νυφικό από μανταρισμένα
Κομμάτια διαφυγής
Πέπλο με επένδυση από καθρέπτες –
Λείπουμε και οι δύο απ’ το πλάνο.

Ριπές Μνήμης

Φτερουγίσματα στο στήθος οι άνθρωποι που ανάσανα
Αρρυθμίες στις φλέβες τ’ ανεκπλήρωτα,
Μελετάω τις ανάγλυφες στιγμές σε
Κελύφη οστράκων
Σκαλίζω πάνω στη σκόνη της
Απουσίας
Σχήματα, αποχρώσεις, σκιές
Ημιτόνια και σιωπές διαθλώνται μέσα
Απ’ το δίοπτρο του βλέμματός μου,
Ακουμπάω στεναγμούς πάνω σε
Παρτιτούρα ασθματικού
Ασπόνδυλα ζωάκια στον ωκεανό
Τα δάχτυλά μου,
Οι σπασμένες μύτες του μολυβιού μου
Ριπές μνήμης
Στ’ αδιάτρητο χαρτί
Κουκκίδες
Σ’ ανάγνωσμα τυφλών.

Δυσαρμονία

Άσπρο μαντίλι δεμένο σφιχτά
Κάτω απ’ το σαγόνι σου
Οι άκρες του ανοιχτό ράμφος πουλιού
Τ’ όνομα του Θεού χωράει μόνο
Ανάμεσα απ’ τα δόντια σου
Οδοντόκρεμα από προσευχές
Στοματικό διάλυμα από αμαρτίες εξομολογημένες
Παλμοί στους κροτάφους στο ρυθμό προσευχής
Γονυπετούς διακόνου
Το λιβάνι καρότο μπροστά απ’ το άλογό σου
Πλοηγός σου το φλογότρεμο του καντηλιού
Τα κεριά πολύτιμα νομίσματα
Κεφάλι ψηλά, χέρι τεντωμένο προς το
Δίσκο υπέρ του φιλόπτωχου
Το νάμα γράσο που ανοίγει την πόρτα με
Τις τρεις κλειδαριές.
Πολύς ο ήλιος
Μισόκλειστα μάτια
Βήμα ταχύ
Ο επαίτης στο δρόμο σίγουρα ναρκομανής
Η γυναίκα με το μικρό παιδί Ρομά
Ο έγχρωμος στο φανάρι αλλόθρησκος
Η φούστα σου μυγοσκοτώστρα
Στα πλακάκια στο δρόμο σου δε βλέπεις αγριόχορτα
Παρά αρμούς με χρόνια αρθρίτιδα
Δυσαρμονία στη δική σου
Παρτιτούρα από μπετόν κι
Ασπρόμαυρο ασβέστη.