Ότι αυτή είναι η ζωή ήταν μια παραδοχή που έδινε τη δυνατότητα στον γιατρό Ρέννε, λόγω της διοικητικής του θέσης, να ρυθμίζει τον χρόνο του με τέτοιο τρόπο, ώστε να μην παραβλέπει υπηρεσιακές υποχρεώσεις και εντολές.

Το νησί όπου βρέθηκε ήταν μικρό, ένα βραχώδες έξαρμα ανάμεσα στους γλάρους και στο πέλαγος, μπορούσες να το δεις ολόκληρο από την κορυφή ενός λόφου – εκεί υπήρχε μια φυλακή με κατάδικους, όπου ο Ρέννε θα εργαζόταν ως γιατρός. Μετά υπήρχε η ακτή, ένα ατέλειωτο λιβάδι με θάμνους και τιτιβίσματα, ένα καταφύγιο πτηνών. Υπήρχε ακόμη και ένα άθλιο χωριό ψαράδων, που άξιζε να το ερευνήσεις από κοντά.

Αφού πρώτα φρόντισε τον φάρυγγα ενός αρρώστου και έκανε μαλάξεις στο γόνατο ενός εξωμότη, ο Ρέννε σηκώθηκε και έφυγε απ’ το τειχισμένο αγρόκτημα. Μπροστά του απλωνόταν η κατάλευκη ακτή· γαϊδουράγκαθα και βρώμη άνθιζαν παντού· το καλοκαίρι ερχόταν σαν καταιγίδα πάνω απ’ τη θάλασσα· ο ουρανός βροντούσε γαλάζιο και έβρεχε ζέστη και φως.

Απομακρύνθηκε απ’ τη φυλακή με τη σκέψη πώς να ξοδέψει καλύτερα τον διαθέσιμο χρόνο του. Μόλις τελείωσε την εφημερία του και σκεφτόταν γύρω απ’ το νόημα του ελεύθερου χρόνου σε σχέση με την λειτουργία του κράτους και το άτομο. Ανέπνευσε βαθιά τον καθαρό πελαγίσιο αέρα, πρόθυμα του παραδόθηκε, προβάλλοντας το αδύναμο στήθος του, άλλωστε είναι γνωστή η επίδρασή του στην υγεία των πεζοπόρων. Ένιωσε να ενώνεται με το πνεύμα που τον κάλεσε και τον τοποθέτησε εδώ, που χωρίς δισταγμό αποφάσισε να του δώσει μια ακόμη ευκαιρία για υπηρεσιακή ενασχόληση· που παρέχει προστασία και επιδιώκει με αγωνία το κοινό καλό, με δυο λόγια: αυτό το πνεύμα αποβλέπει στην εξάλειψη των επιζήμιων στοιχείων, δίχως να του είναι αδιάφορη η γενικότερη ανθρώπινη πλευρά, ακόμη και των έκπτωτων. Με έναν τρόπο σιωπηλής αποδοχής του ισχυρού ψυχικού δεσμού που περιλαμβάνει τα πάντα, το πνεύμα αυτό δεν αποσκοπεί κυρίως στην καταστροφή, αλλά την παραχωρεί στους γιατρούς.

Και τώρα, η λιτή ξύλινη κεραμοσκεπή της πρώτης καλύβας δεν προστατεύει απ’ τη νεροποντή και τη θύελλα, δεν είναι μια αντίσταση απέναντι στο άνισο, δεν κατασκευάζεται χάριν της εμπιστοσύνης και της απόλαυσης; Το δίχτυ που απλώνει με φροντίδα ο σύζυγος μετά το ψάρεμα πάνω σε πάσσαλο και πέτρα, δεν είναι ποτισμένο με τη μυρωδιά ξύλου; Τι πιο φυσικό και αρχέγονο; Και τώρα, μια ριπή ανέμου παρασύρει μια τάπα λαδιού, ένα χέρι αρπάζει το γείσο ενός καπέλου. Μάλιστα, ερέθισμα και οργανική ανταπόκριση. Τα συμπτώματα επιταχύνονται: ο μεταβολισμός και  ο πολλαπλασιασμός· το αντανακλαστικό τόξο κυρίαρχο, εδώ λοιπόν επικρατεί ηρεμία.

Μπροστά σε μια μπυραρία κάθονταν άντρες. Για ποιον λόγο; Απλά κάθονταν! Δεν έφευγαν, κρατούσαν δυνάμεις. Μπεκροπίνανε από κανάτες! Για την απόλαυση μόνο; Όχι βέβαια! Υπάρχουν και θρεπτικές ουσίες στο πιόμα. Και λοιπόν; Αντρική αναψυχή; Ανταλλαγή εμπειριών; Απλές διαπιστώσεις!

Και ο σκυθρωπός παράμερα; Ο ονειροπόλος που τα παίρνει όλα στα σοβαρά;  Η απόκρυφη πράξη, η πανίσχυρη δομή, αυτό που ρίχνει φως στην πιθανή άβυσσο, δεν φλέγεται ακόμη απ’ το δαιμονικό στοιχείο στο μέτωπό του, στραμμένο ακόμη και εναντίον των θεών;

Με λίγα λόγια και καλά: πάμπολλες παρατηρήσεις που σίγουρα επαρκούν. Καμιά δυσφορία, μόνο ήλιος παντού και φως.

Ο Ρέννε κάθισε. Έχω λίγο χρόνο, είπε μέσα του, να σκεφτώ κάτι. Λοιπόν, ένα νησί και μια θάλασσα κάπου νότια. Κανελλόδεντρα δεν υπάρχουν εδώ, αλλά θα μπορούσαν. Είναι Ιούνης και ξεκινά η συγκομιδή. Ένα κλαδάκι σπάει, μια εξαίσια μυρωδιά κανέλλας διαχέεται παντού. Ακόμη και ένα κομμένο φύλλο κρύβει μια αρωματική έκπληξη.

Στο σύνολο: θάμνοι ύψους τέσσερα έως έξι πόδια, φύλλα μαλακά και πράσινα, όμοια με δάφνης, ύπερος κίτρινος. Η συγκομιδή γίνεται όταν ωριμάσουν οι βλαστοί. Αυτό απαιτεί πολλά χέρια, αρμαθιές, κυρτά μαχαίρια, φλούδες και ιμάντες. Κάπως έτσι γίνεται η συγκομιδή, όμως μετά στην καλύβα ο φλοιός καθαρίζεται προσεκτικά.

Ναι, ένα νησί σε μια θάλασσα κοντά στην Ινδία. Ένα πλοίο πλησιάζει. Ξαφνικά συναντά τον άνεμο που φυσάει, την ανάσα του σκοτεινού δάσους. Κανελλόδασος, σκέφτηκε ο ταξιδιώτης, κανελλόδασος, σκέφτηκε ο Ρέννε. Το έδαφος ήταν χιονόλευκο και οι βλαστοί των θάμνων χυμώδεις. Ο ταξιδιώτης ξεκίνησε να περπατά στο νησί, ανάμεσα στη σίκαλη και στ’ αμπέλια, αποκλεισμένος και οριοθετημένος απ’ τη σιωπή. Απόφαση και επιθυμία του ήταν να πάρει θέση σχετικά με τη σύνταξη προτάσεων. Συλλογιζόταν τη γύρη ενός φυτού, ήταν διατεθειμένος ακόμη και να την σπείρει. Η εποχή της θλίψης ήταν μακρινή ανάμνηση, αφού μέχρι εδώ ταξίδεψε παρέα με κάποιες κυρίες: όμορφα που είναι εδώ, είπε η μητέρα στις κόρες της, κοιτάξτε! Και απ’ τα φινιστρίνια του πλοίου αντίκρισαν μια λοφοσειρά, θαμπή μες στη γαλάζια ομίχλη, μια κοιλάδα μπροστά και μια πόλη κρυμμένη μες στα δάση και το τριφύλλι. Αν δεν το έλεγε αυτό η μητέρα, ίσως ο Ρέννε σκεφτόταν πως δεν χρειάζεται να αποβιβαστούν.

Όμως δεν υπήρχε εδώ περιθώριο για τέτοιες αοριστολογίες. Εδώ όλοι αντιλαμβάνονται αυτά που βλέπουν. Αντικειμενικές εκτιμήσεις για ένα δίχτυ γίνονται σε σχέση με μια παγίδα. Και αν ακόμη σκεφτόταν κάτι όπως πριν, κάτι παράξενο και αχρείαστο, τότε μάλλον θα ήταν όνειρο.

Ήταν χαρούμενος που καθόταν τώρα στην ακτή. Ένιωθε ανάλαφρος και διάφανος, καθαρός σαν πέτρα που κυλά, σαν στρογγυλός ογκόλιθος που συγκρατείται με ελάχιστη προσπάθεια.

Και αν ήρθε στο νησί λόγω κάποιας υποχρέωσης, μπορούσε εντούτοις να παρατηρήσει μεμονωμένα τα πράγματα σε συνθήκες σχεδόν αμετάβλητες, να επανεξετάσει ορισμούς. Και να που τώρα ένιωθε να ολοκληρώνεται η προσπάθειά του: τα νοήματα έδειχναν να κάμπτονται. Για παράδειγμα, τι μπορεί κανείς να πει για τη λέξη θάλασσα; Πρόκειται για ένα γλωσσικό μόρφωμα που δηλώνει διαυγή νερά σε κίνηση, μια επινόηση που είναι προϊόν νοητικής εξέλιξης, εντέλει μια καθολική έννοια. Όμως αυτό έμοιαζε τώρα με περιπλάνηση στο παρελθόν. Στον νότο τα νερά είναι απρόβλεπτα, στον βορρά επικρατεί υφάλμυρη παλίρροια, και τα κύματα αλατίζουν ξαφνικά τα χείλια. Σιγά-σιγά όμως χάθηκε η ανάγκη για περισσότερες διευκρινήσεις, για μια αντιδιαστολή της λέξης «θάλασσα» με τις λέξεις «αμμόλοφος» και «λίμνη». Έτσι ξέχασε ότι πρέπει να δώσει κάποιον ορισμό που παραπέμπει σε γλάρους και φύκια, στην οσμή της θύελλας και σε μια γενική αναταραχή.

 

Αναφορικά με την εξέλιξή του ο Ρέννε ζούσε μοναχικά και εργαζόταν πολύ. Οι έρευνές του αφορούσαν τη δημιουργία ενός νέου συντακτικού. Η άποψη για τον κόσμο, σαν αυτή του περασμένου αιώνα, ήταν πλέον παρελθόν. Το δεύτερο ρηματικό πρόσωπο έπρεπε να καταργηθεί, η προσφώνηση του «Εσύ» ήταν πια μυθική. Το πίστευε αυτό ακράδαντα, ένιωθε υπόλογος απέναντι στη δικιά του εξέλιξη, γι’ αυτό χρειάστηκε να ταξιδέψει στο μακρινό παρελθόν.

Ο μετασχηματισμός της κίνησης σε πράξη χωρίς σκοπό ενυπάρχει σε ό, τι δεν αποκαλύπτεται. Έτσι ξεκίνησε ο άνθρωπος, αυτό είναι δεδομένο. Μπορεί στον νότο οι λαοί με τα τετράχορδα να γούρλωναν τα μάτια εδώ και εκεί, αντικρίζοντας τον φωτεινό ουρανό, την έρημο, τον Νείλο, τις λίμνες με τις μυρτιές. Όμως στον βορρά η απόφαση ήταν επείγουσα: μεταξύ πείνας και αγάπης εμφανίστηκε ένα τρίτο ορμέμφυτο. Απ’ τη δύσπνοια των ασκητών και τις καταπιεσμένες γενετήσιες ορμές μες στην πηχτή ατμόσφαιρα των λαών της ομίχλης προήλθε η συναίσθηση που αιμορραγούσε εκατόμβες χάριν της ενότητας της σκέψης, και έτσι φαινόταν να πλησιάζει η ώρα της εκπλήρωσης.

Και αν ακόμη ο Καρτέσιος αποδεχόταν ως έδρα της ψυχής την επίφυση του εγκεφάλου, αυτό δεν ήταν άλλο απ’ το δάχτυλο του θεού: υπόφαιο, τεντωμένο, ήρεμο και όμως απειλητικό. Απ’ την άλλη, οι φυσιολόγοι διαπίστωσαν την ύπαρξη σακχάρου στα ούρα κατά τη διάτρηση της εγκεφαλικής μάζας, καθώς εμφανιζόταν βαθυγάλαζο χρώμα και υπήρχε αντίστοιχη έκκριση σάλιου. Η ψυχολογία αναγνώρισε τον συνοδευτικό χαρακτήρα του συναισθήματος στις αισθητηριακές εμπειρίες και μελέτησε με ακριβή διαγράμματα την καθολική του αξία σε σχέση με την αντίσταση στη φθορά. Έτσι ολοκληρώθηκε η αναγνώριση των ατομικών διαφορών. Η γνωσιοθεωρία ανασκεύασε τις ιδέες του Μπέρκλεϊ και κατέληξε σε ρήξη με τον παμψυχισμό. Με αυτό τον τρόπο οριοθετήθηκε η πραγματικότητα μέσα από μια ακολουθία συμπυκνωμένων ορισμών, ενώ συγχρόνως δόθηκε ιδιαίτερη έμφαση στο γενετικό περιβάλλον που έχει σκοπό τη διατήρηση του είδους.

Όλα αυτά έγιναν, είπε ο Ρέννε. Τα μελετήσαμε και τα κατανοήσαμε εδώ και χρόνια. Πού όμως έγκειται η εσωτερική αντιπαράθεση μες στον ίδιο τον άνθρωπο, πού λαμβάνει χώρα; Η έκφραση, το γλωσσικό στοιχείο, πού διεκπεραιώνεται;

Τέτοιες σκέψεις τον βασάνιζαν όταν σε ένα χωράφι συνάντησε έναν άντρα που τον ήξερε απ’ το σωφρονιστικό ίδρυμα.

«Παπαρούνα, στρόγγυλη μορφή του καλοκαιριού» φώναξε «ομφαλόμορφη: της οικογένειας των βολβοειδών, ο δυναμίτης του δυϊσμού. Εδώ στέκεται ο δαλτωνικός, η ερυθρά νύχτα. Χα, πώς κουδουνίζεις! Πεσμένος καταγής, εσύ δαντελένιε, θέλγητρο των βράχων, λουσμένε στο χορτάρι – και όλα τα γλυκά μεσημέρια όταν πάνω σου τα μάτια μου κοιμούνταν τους τελευταίους σιωπηλούς ύπνους, ώρες πανάκριβες – γαλάζια σκιά στην ουλή σου, στην τρεμάμενη ακούμπησες φωτιά σου, αναμμένος, παρηγορημένος, στις φλόγες σου παραδόθηκες, πυρπολήθηκες! Αυτός ο άντρας λοιπόν – ακόμη και συ! Ακόμη και συ! Στα όριά μου,  στο πλάτος του καλοκαιριού, παλεύω με όλες μου τις αντιξοότητες – και τώρα, πού δεν υπάρχω;»

Πού δεν υπάρχω, σκέφτηκε ο Ρέννε, και κατευθύνθηκε προς το ίδρυμα, και πού δεν συναντιέται το περιστατικό με το δεδομένο; Στον κάτω όροφο βρίσκονται τα δωμάτια. Γύρω από τραπέζια κάθονται διευθυντές και υπάλληλοι. Μεταξύ αντικρουόμενων απόψεων πηγαινοέρχεται μια οδοντογλυφίδα.

Το ψυχικό υπόβαθρο διαμορφώνεται από περιστατικά της καθημερινότητας και τα νέα του ιπποδρόμου. Εμφανίζεται στο παράδοξο και αποκλίνον, φτάνει μάλιστα μέχρι το αντιφατικό. Στη ροή της συνείδησης καταβάλλεται προσπάθεια να αποσαφηνιστεί το ανεξήγητο, να διασφαλιστεί το αμφίβολο, και για να γεφυρωθεί η αντιγνωμία χρειάζονται οι λέξεις. Εδώ προέχει η εμπειρία που καθοδηγεί την απόδειξη και την επιφύλαξη· και η παρατήρηση που γίνεται κατά περίσταση, ακόμη και αν δεν είναι προφανής, δεν πρέπει και αυτή να έχει κάποια αξία; Ήδη υποχωρεί το σκοτάδι. Ήδη εξομαλύνονται τα πράγματα, και ότι εκλείπει η αντίφαση, αυτό σημαίνει αποσαφήνιση.

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει, για παράδειγμα, με τη μοσχαρίσια μπριζόλα που όλοι ξέρουμε. Σε ένα οικογενειακό τραπέζι βρίσκεται ξαφνικά κάποιος, και τον τριγυρίζουν διάφορες ατομικότητες. Εμφανίζονται γεωγραφικές ιδιαιτερότητες, αλλά και γευστικές προτιμήσεις, όπως και η ανάγκη για διαφοροποίηση. Θα ανάψουν τα αίματα και θα ηρεμήσουν τα πνεύματα, θα ακολουθήσουν μομφές, και τελικά θα επέλθει συμφιλίωση για τη μπριζόλα, τον απελευθερωτή της ψυχής.

Και το αύριο, πού το συναντάς; Σε μια γυναίκα που σηκώνεται εκτάκτως τα χαράματα· όλη η ψύχρα και η δροσιά κατακλύζουν αυτό το πλάσμα που περπατά. Θα συνεχίσει να περπατά, θα ακολουθήσει ένα επιφώνημα, και θα συναρμοστούν κάποια κομμάτια αφηγήσεων από παλιότερους περιπάτους: έχει κανείς πάντα να κάνει με υποδοχείς επεξεργασίας πληροφοριών, και το Τι και το Θα ανήκουν πια στο παρελθόν.

Πότε έγιναν ανατροπές; Πρέπει να τα σκεφτώ όλα αυτά, να τα συνυπολογίσω, να μην ξεφύγει τίποτα απ’ τη λογική διαδικασία. Αρχή και τέλος, όμως υπάρχω. Ζω σε αυτό το νησί και σκέφτομαι κανελλόδεντρα. Μέσα μου φυτρώνει το πραγματικό και το όνειρο. Όταν η παπαρούνα χάνει το κόκκινο χρώμα της, τι ανθό βγάζει; Ένα αγόρι μιλά, αλλά ο ψυχισμός υπάρχει, ακόμη και ξέχωρα απ’ το ίδιο.

Ο ανταγωνισμός μεταξύ συνειρμών, αυτό είναι το ύστατο Εγώ – σκέφτηκε ο Ρέννε κατά την επιστροφή του στο ίδρυμα που ήταν χτισμένο πάνω σε λόφο κοντά στη θάλασσα. Σε περίπτωση που έχω μια εφημερίδα στη τσέπη, τότε ένα φαινόμενο σχετικό με την πώληση εντύπων, τρόπος του λέγειν, οδηγεί σε συνειρμούς για προηγούμενες πράξεις, για κάποιο συμβάν μεταξύ ατόμων. Αν ένας συνάδελφος με ρωτήσει αν έχω εφημερίδα, εδώ πρόκειται για ένα ερέθισμα που επενεργεί, για μια θέληση που κατευθύνεται σε κάτι, για ένα μηχανικό αντανακλαστικό, σε κάθε περίπτωση όμως πρόκειται για ψυχική εκδήλωση, εντέλει η ζωική τάξη είναι αυτή που στήνει παγίδες.

Φτάσαμε στο τέλος· ξεπεράσαμε και το τελευταίο μας όργανο. Θα βαδίσω κατά μήκος του διαδρόμου, και θα αντηχήσουν τα βήματά μου. Μήπως δεν θα έπρεπε να αντηχήσουν; Ασφαλώς και θα έπρεπε, έτσι είναι η ζωή. Συγχρόνως θα ήθελα να πω και ένα αστειάκι σε μια υπάλληλο. Μα ασφαλώς, και αυτό ακόμη!

 

Ήρθε το πλοίο στο νησί, όπως κάθε βδομάδα, και μαζί με τους υπόλοιπους επιβάτες ήρθε και μια γυναίκα, με σκοπό να μείνει εδώ για κάποιο διάστημα.

Ο Ρέννε γνωρίστηκε μαζί της, και γιατί να μην γνωριστεί; Ένα άθροισμα από δευτερεύοντα χαρακτηριστικά του φύλου της, ανθρωπολογικά ταξινομημένα.

Ο Ρέννε δεν άργησε να αναρωτηθεί με κάποια ανησυχία: αποζητώ τη συντροφιά της, και αν αυτό δεν είναι προϊόν σκέψης, τότε τι είναι; Μετρίου αναστήματος, ξανθιά με μαλλιά ξεβαμμένα και γκρίζα στους κροτάφους. Το βλέμμα της απόμακρο, η κόρη των ματιών της ακίνητη και σταχτόχρωμη σαν την ομίχλη – μου δίνει την εντύπωση πως θέλει από κάπου να δραπετεύσει, αλλά οφείλω πρώτα να δώσω μορφή σε όλα αυτά.

Η φυσιογνωμία της: της αρέσουν τα λευκά άνθη, οι γάτες και οι κρύσταλλοι. Τις νύχτες δε μπορεί να κοιμηθεί μόνη της, γιατί θέλει να ακούει τους χτύπους της καρδιάς κάποιου. Πού ορίζεται όμως η αρχή και πότε έπεται μια συνολική εκτίμηση; Ποτέ της δεν αποζητά τρυφερότητες, αλλά αν την πλησιάσει κάποιος, θα βρεθεί κάτω απ’ τη στέγη της αγάπης. Και ξαφνικά βρίσκεται από πάνω μου σε μια στάση που της προκαλεί πόνο, ακίνητη για ώρα – οποία ταραχή!

Προαίσθημα κινδύνου, καθώς από μακριά ακούστηκε να πλησιάζει απειλητικά μια καταιγίδα και να αλλάζει τα κοινωνιολογικά δεδομένα.

Όπως, υπάρχει απόθεμα από κεχρί στο διπλανό νησί; Έγινε σωστή δουλειά με τον ανθρωπάκο; Η εντιμότητα και το εγκάρδιο φιλί υπάρχουν ακόμη; Και αν όχι, τι απόμεινε; Με άλλα λόγια: δεδομένης της υπόλοιπης ποσότητας αλεσμένου τσαγιού, που ανακατεύεις μέσα σε μπουκάλι, το γεμίζεις, το κλείνεις με φελλό και το ανακατεύεις ξανά, και στη συνέχεια το δίνεις σε κάποιον γνωστό, στον γείτονα ή σε κάποιον άλλο, έντιμο και εξυπηρετικό, τι μένει τελικά ως κίνητρο; Και αυτός ο ντροπαλός κρατικός υπάλληλος δεν πρέπει επιτέλους να ηρεμήσει;

Και πάλι βρισκόταν μπροστά σε μια πρόκληση: η γυναίκα, η καταιγίδα. Ανάπνευσε με ανακούφιση μπροστά στη φύλακα που ερχόταν: ένα πρησμένο γόνατο! Και πώς συμπυκνώνεται σε πραγματικότητα! Τι εντυπωσιακή μορφή! Υπηρεσιακά μιλώντας οφείλω να κάνω διάγνωση! Προβλήματα στα γόνατα, πρηξίματα, μολύνσεις – σταθερότητα – ανδρισμός!

Αλλά πάλι: κάθε φαινόμενο έχει τη δικιά του αρχή, και καθησυχασμένος περπάτησε μέχρι την ακτή· απομένει να βρω ποια είναι αυτή η αρχή· το σύστημα είναι καθολικό, εμπεριέχει τα πάντα, ακόμη και ό, τι δεν έχει σχέση με την πίστη ή την προδοσία,   ό, τι δεν εμφανίζεται έγκαιρα. Η γυναίκα του ψαρά κουβαλά ένα καμάκι, οι σάλπες αστράφτουν – συλλογή εμπειριών, αφαιρέσεις, ο σιωπηλός ουρανός πάνω ψηλά! Και κατόπιν: τα λαγόνια αυτής της γυναίκας που τον προσπέρασε, τρέχοντας άσκοπα, με τους ώμους μαλλιαρούς απ’ το χάος.

Έσκυψε πάνω απ’ τα βιβλία του, με σκοπό να ενισχύσει τις πεποιθήσεις του. Πώς όμως; Υπήρχε χώρος στα έγκυρα επιστημονικά συγγράμματα για εργασίες με τόσο ιδιαίτερο περιεχόμενο;

Η μελέτη ενός άγνωστου εβραίου γιατρού απ’ το Γκντανσκ διαπραγματεύεται τα συναισθήματα, θεωρώντας ότι φτάνουν βαθύτερα από την πνευματική λειτουργία. Το συναίσθημα είναι το μεγάλο μυστήριο στη ζωή μας, αλλά το ερώτημα της δημιουργίας του παραμένει αναπάντητο. Τελικά είναι να αναρωτιέσαι: δεν έχει το συναίσθημα καμιά πλέον σχέση με τις αισθήσεις;

Γνώριζε λοιπόν αυτός ο γιατρός ότι το συναίσθημα είναι ανεξάρτητο απ’ το ερέθισμα, όπως το γνώριζε και ο Ρέννε, μάλιστα το αποκαλούσε σκοτεινό χείμαρρο που πηγάζει απ’ το σώμα; Τόσο απροσδιόριστο λοιπόν;

Και ασφαλώς αυτός ο μελετητής καταλάβαινε ποια ερωτήματα προκύπτουν από την έρευνά του. Ήξερε άραγε τη βαρύτητα της θέσης του όταν δίχως προηγούμενη κοινοποίηση ούτε καν μια υποψία από τον τίτλο, απλά σε ένα βιβλίο με σκούρο εξώφυλλο χάριζε στον κόσμο κάτι καινούριο με τα συμπεράσματά του; Γνώριζε ίσως ότι απάντησε στο ερώτημα για την ύπαρξη μιας εντελώς νέας διάστασης;

Ο Ρέννε πήρε βαθιές ανάσες. Πρόκειται μήπως για μια νέα επιστήμη; Κάθε επιφύλαξη εμπεριέχει άραγε τον σπόρο από κάτι ανήκουστα καινούριο; Η εμφάνιση βιολογικών μονάδων που συνεχίστηκε στην πάροδο του χρόνου με τη μορφή του διαχωρισμού των φύλων μπορεί να γίνει άραγε αποδεκτή ως η ανεξάντλητη δημιουργική δύναμη που εξυψώνει τη ζωή;

Ο Ρέννε έτρεμε. Στο περιοδικό όπου γινόταν αναφορά στο συγκεκριμένο ζήτημα, ξανακοίταξε το όνομα του μελετητή μαζί με τη σχετική κριτική. Επρόκειτο για έναν καθηγητή του. Δημιουργικός άνθρωπος! Επαναδιαπραγμάτευση της συλλογιστικής για τα ένστικτα μέσω των μαθηματικών. Όμως τι θα γίνει με αυτόν τον γιατρό, τον αιχμάλωτο της ποσότητας, τον επαγγελματία υποστηρικτή του εμπειρισμού;

Εξέταζε έναν φάρυγγα με σοβαρό οίδημα – μπορούσε να ενεργήσει ενστικτωδώς; Δεν όφειλε πρώτα να συνεξετάσει αναλυτικά τα δεδομένα, τις εμπειρίες, τους στοχευμένους χειρισμούς, τις συνολικές επιφυλάξεις σε παρόμοια περιστατικά, και όλα αυτά ως μια υπόθεση πραγματικότητας, που γνωσιοθεωρητικά αδυνατούσε πια να τη συλλάβει, αλλά τι θα έκανε τώρα με το παιδί που ήταν ήδη μελανιασμένο και πνιγόταν εξαιτίας του οιδήματος; Δεν όφειλε τελικά να ενεργήσει αυτόβουλα, και βέβαια χωρίς να περιμένει ανταμοιβή;

Ξαφνικά ένιωσε πολύ κουρασμένος, σα να ήταν δηλητηριασμένα τα άκρα του και βαριά. Πλησίασε σε ένα παράθυρο που έβλεπε στον κήπο. Παντού ολόλευκοι ανθοί και ένας φράχτης γεμάτος παιγνίδια· από όλα τα φυτά κρεμόταν κάτι και κουνιόταν· το βράδυ οι θάμνοι μοσχοβολούσαν και λαμπύριζαν αδιάκοπα.

Για μια στιγμή ένιωσε να τον αγγίζει κάτι στο κεφάλι, κάτι ανάλαφρο, σαν ένας σιγανός ήχος από κάτι που θρυμματίζεται. Τότε μια εικόνα έλαμψε στα μάτια του: ευδιάκριτο τοπίο, αιωρούμενο μες στο γαλάζιο και στη ζέστη, πνιγμένο μες στα τριαντάφυλλα, και στο βάθος ένας κίονας  με κατάφυτη βάση· μέσα εκεί βρίσκονταν αυτός και η γυναίκα, και οι δυο τους ζωώδεις και σβησμένοι να βγάζουν χυμούς και ανάσες.

Αλλά η εικόνα χάθηκε. Έτριψε τα μάτια του. Το λάστιχο στο μέτωπό του αναπήδησε. Ένιωσε μια δροσιά στους κροτάφους. Τι συμβαίνει εδώ λοιπόν; Συζούσε με μια γυναίκα και κάποτε την είδε να μαζεύει μαραμένα ροδοπέταλα από ένα δοχείο και να τα στοιβάζει πάνω σε ένα πολύχρωμο πέτρινο τραπέζι, μετά να κάθεται πάλι, κοιτώντας σαν χαμένη μια φωτεινή ανθοδέσμη. Αυτό ήταν όλο και όλο που γνώριζε πραγματικά για αυτή τη γυναίκα· τα υπόλοιπα ήταν ότι τον πήραν μες στον θόρυβο και το αίμα – αλλά πού οδηγούσε αυτό;

Με βλέμμα σκληρό όρμησε αγέρωχος στον κήπο, να ταξινομήσει τα φυτά, να μετρήσει το μονοπάτι. Μόλις συνειδητοποιούσε πως βρίσκεται στο κατώφλι μιας νέας χιλιετίας, όμως η γυναίκα ήταν πάντα εκεί· την εξέλιξή του την χρωστούσε στην εποχή που δημιούργησε το συγκεκριμένο περιβάλλον, και ό ,τι θα ακολουθούσε, θα ήταν αυτός ο ίδιος!

Μες στο βράδυ το βλέμμα του ερευνούσε προσεκτικά, και να, οι υάκινθοι ήταν βαθυγάλαζοι, καθάριες μορφές μέσα σε ευωδίες, ομοιόμορφες παρουσίες του κήπου· και ένα σβησμένο παλιόσπιρτο κύλησε νωχελικά στα σκαλιά του ιδρύματος, μες στη ζέστη απ’ τις εξαίσιες φωτεινές αχτίδες ενός ήλιου που έδυε κάθετα στη γη.