1.
Σώμα γυναίκας, λευκοί λόφοι, μηροί λευκοί,
ίδια ο κόσμος σαν παίρνεις στάση της παράδοσης.
Το σώμα μου του άγριου ξωμάχου σε υποσκάπτει
κάνοντας να ’βγει το παιδί από της γης το βάθος.

Μόνος ήμουν σαν σήραγγα. Μου φεύγαν τα πουλιά
κι η νύχτα πάνω μου έμπαινε την τρομερή εισβολή της.
Για να επιζήσω σ’ έκανα σφυρήλατη σαν όπλο,
σαν βέλος για το τόξο μου, σαν πέτρα στη σφεντόνα.

Μα φτάνει η ώρα της εκδίκησης, και σ’ αγαπώ.
Σώμα από χνούδι, από μούσκλι, από άπληστο γάλα πετρωμένο.
A, οι κούπες του στήθους! Α, της απουσίας τα μάτια!
Α, τα ρόδα του εφηβαίου ! Α, η αργή φωνή σου και θλιμμένη!

Σώμα γυναίκας μου, θα επιμείνω στη χάρη σου.
Δίψα μου, πόθε μου δίχως όριο, δρόμε διστακτικέ μου!
Σκοτεινές κοίτες όπου η αιώνια δίψα συνεχίζεται,
κι ο κόπος συνεχίζεται, κι ο πόνος ο ατέλειωτος.

 

***

9.
Μεθυσμένος με ρετσίνι και μακρυά φιλιά,
θερινός, το ιστιοφόρο των ρόδων διευθύνω,
στριμμένος προς το θάνατο της ντελικάτης μέρας,
θεμελιωμένος μες στη συμπαγή θαλάσσια φρενίτιδα.

Χλωμός και προσδεμένος στο αδηφάγο μου νερό
στρίβω προς την ξινή οσμή της ξάστερης ατμόσφαιρας
ντυμένος ακόμα στα γκρι και σε πικρές αντηχήσεις,
κι ένα λοφίο θλιμμένο από αφρό παρατημένο.

Πάω, σκληρός από πάθη, καβάλα στο μοναδικό μου κύμα,
σελήνιος, ηλιακός, καυτός και κρύος, απρόσμενος,
κοιμισμένος στο λαρύγγι των τυχερών νησιών
που λευκά είναι και γλυκά σαν δροσερά πλευρά.

Τρέμει στη νύχτα την υγρή το ρούχο μου από φιλιά
τρελά γεμάτος από ηλεκτρικές διαδικασίες,
με τρόπο ηρωικό διαιρεμένος σε όνειρα
και ρόδα τα μεθυστικά να εξασκούνται πάνω μου.

Ανάπλωρα, στο μέσον των έξω κυμάτων,
το παράλληλο κορμί σου κρατιέται από τα χέρια μου
σαν ένα ψάρι κολλημένο απέραντα μες στην ψυχή μου
γρήγορο και αργό στην υποουράνια ενέργεια.

 

***

18.

Εδώ σ’ αγαπώ.
Στα σκούρα πεύκα ξεπλέκεται ο άνεμος.
Φωσφορίζει η σελήνη πάνω στα περαστικά νερά.
Βαδίζουν μέρες ίδιες κυνηγώντας σε.

Σκορπάει η καταχνιά σε χορευτικές φιγούρες.
Ένας ασημένιος γλάρος ξεκρεμιέται απ’ το λυκόφως.
Κάποιες φορές ένα πανί. Ψηλά, ψηλά αστέρια.

Ω, ο σταυρός μαύρος ενός καραβιού
Μόνος.
Κάποιες φορές ξημερώνω, και ως και η ψυχή μου είναι υγρή.
Ηχεί, αντηχεί η θάλασσα η μακρινή.
Αυτό είν’ ένα λιμάνι.
Εδώ σ’ αγαπώ.

Εδώ σ’ αγαπώ και μάταια σε κρύβει ο ορίζοντας.
Συνέχεια σ’ αγαπώ ακόμα και σ’ αυτά τα κρύα πράγματα.
Κάποιες φορές παν τα φιλιά μου σ’ αυτά τα βαριά καράβια,
που τρέχουνε στη θάλασσα ως εκεί που δεν φτάνουν.

 

Και με βλέπω ξεχασμένο σαν αυτές τις παλιές άγκυρες.
Πιο θλιμμένα τα μουράγια σαν αράζει το βράδυ.
Κουράζεται η ζωή μου άχρηστα πεινασμένη.
Ό,τι δεν έχω αγαπώ. Είσαι τόσο απόμακρη.
Η κόπωσή σου μάχεται με τ’ αργά δειλινά.
Μα η νύχτα φτάνει κι αρχίζει να μου τραγουδά.
Η σελήνη γυρίζει τον τροχό της του ονείρου.

Με κοιτούν με τα μάτια σου τα πιο μεγάλα αστέρια.
Κι όπως σ’ αγαπώ εγώ, τα πεύκα στον άνεμο,
να τραγουδήσουν θέλουν τ’ όνομά σου με τα συρμάτινα φύλλα τους.

 

 

********************************************************************

Τα Είκοσι Ερωτικά Ποιήματα κι ένα Τραγούδι Απελπισμένο, η δεύτερη συλλογή του Νερούδα, εκδόθηκε για πρώτη φορά το 1924, από τις εκδόσεις Νασιμέντο της Χιλής. Κάποια από τα ποιήματα δημοσιεύτηκαν σε εφημερίδες και περιοδικά πριν την έκδοση του βιβλίου. Ο τίτλος στην αρχή ήταν άλλος: Ποιήματα μιας Γυναίκας κι Ενός Άνδρα.
Αργότερα, Δώδεκα Ερωτικά Ποιήματα κι ένα Τραγούδι Απελπισμένο. Η έκδοση δεν ήταν εύκολη με δεδομένη την οικονομική ένδεια του ποιητή. Ο Νερούδα μνημονεύει τη βοήθεια που του προσέφερε ο πεζογράφος και δραματουργός Εδουάρδο Μπάρριος, όταν τον συνέστησε στον Κάρλος Χεόρχε Νασιμιέντο, τον εκδότη του βιβλίου, ο οποίος του είπε αναγνωρίζοντας ότι το έργο είναι εκδόσιμο: Πολύ καλά, θα δημοσιεύσουμε το εργάκι σου.

[…] Η συλλογή στα ελληνικά έχει μεταφραστεί το 1973 σ’ ένα δυσεύρετο πια βιβλιαράκι από τη Δανάη Στρατηγοπούλου. Μια μετάφραση εν θερμώ κάτω από το βάρος του πρόσφατου θανάτου του ποιητή και των τραγικών γεγονότων της Χιλής, που κατά κάποιο τρόπο καθρεφτίζουν την κοινή μοίρα των δύο λαών μας κάτω από αυταρχικές συνθήκες διακυβέρνησης. Ποιήματα της συλλογής υπάρχουν διάσπαρτα σε διάφορες ανθολογίες του έργου του και σε περιοδικά των δεκαετιών 1970- 1990, που ήταν και η περίοδος της μεγάλης διάδοσης του έργου του
στην Ελλάδα. Η μετάφραση που επιχειρούμε εδώ είναι ένα είδος «εξορκισμού». Σε μια εποχή που η ποίηση διανύει την εκδοτική της άμπωτη, τι άλλο θα μπορούσε να είναι η μετάφραση ενός βιβλίου ποιημάτων που αποτελεί εκδοτικό φαινόμενο μιας ολόκληρης γλωσσικής ηπείρου. Αυτά, για το 2002. Το 2006 κυκλοφόρησε η μετάφραση του Γιώργου Κεντρωτή ΕΙΚΟΣΙ ΕΡΩΤΙΚΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΚΑΙ ΕΝΑ ΤΡΑΓΟΥΔΙ ΧΩΡΙΣ ΚΑΜΜΙΑΝ ΕΛΠΙΔΑ, που και μόνο από τον τίτλο δείχνει τις διαφορετικές μεταφραστικές του στοχεύσεις σε σχέση με αυτό το βιβλίο.

 

Βασίλης Λαλιώτης