Η Λάνα Μανδύλα γεννήθηκε στο Λάγκος της Νιγηρίας. Είναι δικηγόρος, μιλάει αγγλικά, γερμανικά και γαλλικά. Έχει εκδώσει πέντε ποιητικές συλλογές: «Μα το χέρι μου επέμενε» εκδ. Γαβριηλίδη (2006) ,«Μελανά και άλικα» εκδ. Αλεξάνδρεια (2009) ,«Μεσονύκτιος ήλιος» εκδ. Κέδρος (2012), «Οδός  Σουνιάδος»  εκδ.Γκοβόστη (2016), «Άδυτος Ήλιος»  εκδ.Γκοβόστη (2019) και ένα αφήγημα «Για τον Πατέρα μου» εκδ. Κέδρος (2013). Οι «Μετέωρες Μαργαρίτες» είναι η έκτη ποιητική της συλλογή. Έχει κάνει μεταφράσεις από τα ελληνικά στα αγγλικά, βιβλιοπαρουσιάσεις και ποιήματα της έχουν μεταφραστεί  στα αγγλικά και έχουν δημοσιευθεί σε ελληνικά και ξένα έντυπα.

Μας μιλάει για τη νέα ποιητική συλλογή της με τίτλο «Μετέωρες Μαργαρίτες» που κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Γκοβόστη. Είναι αφιερωμένη στη γυναίκα και τη γυναικεία προσμονή. Η γυναίκα που χτυπιέται και προχωράει μέσα από αντίξοες συνθήκες, που παρενοχλείται, που μένει μετέωρη, προσπαθώντας να ισορροπήσει. Η Λάνα Μανδύλα αναφέρεται και στην απώλεια του μέντορα της στην ποίηση, Κώστα Γ. Παπαγεωργίου. Όπως λέει χαρακτηριστικά «Ο κόσμος έμεινε έρημος , έρημοι οι ποιητές τον βρίσκουν πιά στα γραπτά του κείμενα».

 

-Μιλήστε μας για τον τίτλο της ποιητικής σας συλλογής «Μετέωρες μαργαρίτες» και τη σημασία του. 

Ο τίτλος της ποιητικής μου συλλογής αυτής, είναι παρμένος από το ποίημά μου, «Γυναίκες Μετέωρες». Παρομοιάζω τις γυναίκες με μαργαρίτες, γιατί οι μαργαρίτες είναι ένα ευαίσθητο λουλούδι, εύκολα με μια βροχή π.χ. χαλάει. Το βιβλίο μου αυτό είναι αφιερωμένο στη γυναίκα, στη γυναικεία προσμονή. Ο τίτλος είναι συνδεδεμένος με το ποίημα «Γυναίκες Μετέωρες». 

Θα σας δώσω μια κοινή απάντηση, για τον τίτλο και το ποίημα λοιπόν. 

Οι γυναίκες είναι ευαίσθητες, έχουν άλλο ψυχικό κόσμο από τους άνδρες, είναι ευάλωτες. Οι γυναίκες υφίστανται βία, παρενοχλούνται σεξουαλικά, και όχι μόνο σε χώρες μακρινές όπως νομίζουμε, αλλά και σε εμάς εδώ, στην λεγόμενη Δύση, ακόμη και μέσα στα σπίτια τους. Η γυναίκα στην προσπάθειά της να σταθεί στην κοινωνία, στη δουλειά, δοκιμάζεται, πονάει. Πονάει ακόμη και όταν γεννάει. Χτυπιέται, προχωράει μέσα από αντίξοες συνθήκες, μένει μετέωρη, προσπαθώντας να ισορροπήσει, παλεύει για την αναγνώρισή της, περιμένοντας να δικαιωθεί, προσμένει, αντέχει όμως, στη συνήθως βουβή αναμονή της να δικαιωθεί, να ξεχωρίσει. 

 

-Στο ποίημα σας «Γυναίκες μετέωρες»  παρουσιάζετε τις γυναίκες σε αναμονή , χωρίς να κινούνται , αβέβαιες μην έχοντας αποφασίσει: 

Γυναίκες μετέωρες

Μαργαρίτες μαδημένες 

Πέταλα σκορπισμένα 

στα αιώνια μονοπάτια 

της κραυγής του πόνου. 

Στην προσμονή 

της αναγνώρισης. 

Η βουβή αυτή αναμονή είναι συνοδοιπόρος στον καθημερινό αγώνα της γυναίκας να ξεχωρίσει , να τα καταφέρει ή είναι κάτι άλλο; 

Είναι κάτι βαθύτερο. Οι γυναίκες αναμένουν, προσμένουν, όχι όμως ακίνητες. Ακίνητες, ίσως μετέωρες να φαίνεται ότι είναι. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική. Οι γυναίκες σπάνια στον ρου της ιστορίας, είχαν δικαιώματα, ήταν ελεύθερες. Ελάχιστες περιόδους μητριαρχίας είχαμε. Δεν σημαίνει όμως ότι πρέπει να άρχουν οι γυναίκες. Απλώς, πρέπει όλοι οι άνθρωποι να μπορούμε να συνυπάρχουμε χωρίς να πρέπει να καταπιέζει η μία ομάδα την άλλη. Οι γυναίκες στην ιστορία του κόσμου μέχρι σήμερα ήταν «μηχανές αναπαραγωγής», χωρίς όμως να τις σέβονται για το ότι αυτές φέρνουν την ζωή στον κόσμο, χωρίς αυτές δεν θα υπήρχε ανθρωπότητα. Οι γυναίκες ακόμη και σήμερα περιθωριοποιούνται. Οι αμοιβές, οι θέσεις, είναι διαφορετικές από αυτές των ανδρών. Οι γυναίκες όπως και οι έμφυλοι, ακόμη και σήμερα στις δικές μας κοινωνίες, βιάζονται, εκβιάζονται με αναρτήσεις ερωτικών τους σκηνών στο διαδίκτυο. Οι άνδρες δεν εκτίθενται κοινωνικά με τέτοιες αναρτήσεις. Τα τραγούδια των trapers, χρησιμοποιούν στίχους προσβλητικούς για τις γυναίκες. Το περίεργο είναι ότι πολλές δεν φαίνεται να προσβάλλονται, ή δεν προσέχουν τους στίχους. 

Αυτά και άλλα. Η γυναικεία ευαισθησία, η γυναικεία ματιά στην ζωή, στην οικογένεια, στην πολιτική, στην εργασία, στην τέχνη μπορεί να προσθέσει, να δώσει μια άλλη ώθηση σε όλα. 

Ας τις αφήσουν. 

Ας μη προσμένουμε, με πόνο, με βία, με κακοποίηση και να ζούμε χωρίς φόβο, με ανοιχτή την ματιά μας στον κόσμο. 

Αν με ρωτάτε και ποιο είναι το αγαπημένο μου ποίημα, είναι αυτό το ποίημα. Οι μαργαρίτες, που συμβολίζουν τις γυναίκες. Οι μαργαρίτες-γυναίκες μετέωρες να ιχνηλατούν την περπατησιά τους στον κόσμο. Οι ζωγραφισμένες μαργαρίτες, οι μετέωρες μαργαρίτες του εξωφύλλου σε ποίηση και χρωστήρα δικούς μου, προσδοκούν έναν αρμονικότερο κόσμο. 

 

-Στο ποίημα σας «Ακρόδρυα δάκρυα»  τα σώματα γίνονται άυλα:

Παγωμένοι εναγκαλισμοί 

φόβος στο βλέμμα, 

στο αντάμωμα με το άγγιγμα 

του ιού του φιδιού. 

Κάτω από τα φυλλώματα 

στα ακρόδρυα δάκρυα των νεφών 

γυμνά, εξαϋλωμένα σώματα, 

αποδημητικά πουλιά της λήθης 

υπνοβατούν. 

Ακόμη και τότε ,όταν δηλαδή απογυμνωθούν, μπορούν να ξεχάσουν;  

«Τα ακρόδρυα δάκρυα» είναι μια ενότητα με τους «Ακρόδρυους καρπούς» . 

Οι ακρόδρυοι καρποί, είναι σκληροί. Είναι τα βελανίδια, τα καρύδιακλπ. Έχουν κελύφη, για να προφυλάσσουν τον μαλακό τους καρπό. Υπάρχει φόβος, ο ιός τους φιδιού, καραδοκεί. Είναι πολιτικό το ποίημα. Είναι χτυπημένα τα σώματα, είναι γυμνά. Υπάρχει ο φόβος της αν-ελευθερίας, ο φόβος του απολυταρχισμού, παγώνει το βλέμμα, δεν τολμούν να μιλήσουν, τα δέντρα διαβάζουν, τα φυλλώματα κρατούν τις ομιλίες, τις σκέψεις, αυτά δεν θα μιλήσουν. Θα τυλίξουν τις σκέψεις, θα δακρύσουν με τη βροχή, τα πουλιά κάτι θα έχουν ακούσει, η λήθη καραδοκεί, αλλά η μνήμη αντέχει όπως οι ακρόδρυοι καρποί.

 

-Ποια ήταν η πηγή έμπνευσης σας στο ποίημα σας «Μετέωροι Καιροί»;

Καιρός μετέωρος

κενός, χωρεί. 

[..] Άνθρωπος καινός, 

ιδανικός. 

Σκέψη νεκρή, 

χωρίς λέξη ζωντανή. 

Ιχθύος ήχος, 

στης πανδημίας τον απόηχο. 

Αγάλματα στον κήπο του Νομισματικού Μουσείου. Στέκονται τα αγάλματα ασάλευτα, ασυντρόφευτες οι ματιές τους και όμως απεικονίζουν κάποιους ανθρώπους. Αυτό το σταθερό, το ασάλευτο των αγαλμάτων πάντα «μου μιλούσε» με ανατρίχιαζε αυτή η ψυχρότητά τους. 

Ήταν εποχή της πανδημίας, προς το τέλος της, όταν είχαν αρχίσει να χαλαρώνουν τα μέτρα τα περιοριστικά, όταν δειλά-δειλά αρχίσαμε να κυκλοφορούμε. Όταν ξανάρχισε ο θόρυβος. Άρχισαν τα ακούσματα ξανά. Οι δρόμοι ηχούσαν, το βράδυ άκουγες τον απόηχο της μέρας. Αγάλματα, ψάρια όλα βουβά. Αυτός ο βουβός κόσμος τους ήταν ο κόσμος της πανδημίας. Θανατερά βουβός.

 

 

 

 

-Το ποίημα σας «Απαγορεύεται η πρόσβαση» είναι αφιερωμένο στον ποιητή Κώστα Γ. Παπαγεωργίου

Περπατώ με βαρύ το βήμα τον μακρύ σκοτεινό διάδρομο.

Στο βάθος μια μεταλλική βαριά πόρτα ανοιχτή. 

Τον βλέπω χλωμό , να γράφει στον αέρα. 

Η πόρτα κλείνει με γδούπο. 

Ο Θάνατος αποκλείει τον χώρο, 

απαγορεύει την πρόσβαση. 

Τα βιβλία , οι πένες του, έρημα, 

πενθούν τον αφοσιωμένο φίλο τους. 

Με το άκουσμα του θανάτου του κενό. Καίτοι τον τελευταίο καιρό το περιμέναμε εμείς οι κοντινοί του, σαν να περπατούσα σ’ έναν μακρύ διάδρομο σκοτεινό. 

Απέλπιδες ελπίδες περιμένοντας κάθε μέρα, «πως είναι ο Κώστας».  

Ο Κώστας έγραφε, έγραφε πάντα. Η εικόνα του ήταν με μια πένα στο χέρι, αγαπούσε τις ωραίες συλλεκτικές πένες του, ή με ένα βιβλίο. Αυτός ήταν ο Κώστας. Στους φίλους του, στους μαθητές του καμμιά φορά μαγείρευε τα νόστιμα φαγητά του.  

Τώρα, έρημος ο κόσμος, έρημοι οι ποιητές τον βρίσκουν πιά στα γραπτά του κείμενα. 

 

-Ο θάνατος υπήρξε πάντα καθοριστικός στην ποίησή του καθώς και το πένθος. Μιλήστε μας για το ποίημα που εμπνευστήκατε από την απουσία του. 

Ο ποιητής και συγγραφέας Κώστας Παπαγεωργίου υπήρξε για μένα ο μέντοράς μου στην ποίηση, είναι αυτός που με στήριξε, με ώθησε να δημοσιεύσω, να εκδώσω τα ποιήματά μου. «Είσαι καλή, μου έλεγε, μπορείς». Έτσι με πήγε στον Σάμη Γαβριηλίδη, τον πρώτο εκδότη μου, όπου μου είχε εκδώσει την συλλογή μου «Μα το χέρι μου επέμενε». Εκτός από μεγάλος ποιητής, ήταν και καλός άνθρωπος, βοηθούσε τους νέους ποιητές, αυτούς που αγαπούσαν τα γράμματα. 

Ως ποιητής, όπως όλοι άλλωστε, είχε μια μελαγχολία, ο θάνατος ο οποίος του πήρε τον αγαπημένο του αδερφό, την αγαπημένη του ανιψιά, τον κτύπησε βαθύτατα. Η μοίρα του ανθρώπου μπροστά στον θάνατο, η υποκρισία της κοινωνίας, η μη ιδεατή οικογένεια, κατ’ αυτόν οδηγούσαν στον θάνατο. Ο θάνατος είναι παραστατικός, άγριος, το χώμα το νοιώθεις ανάμεσα στα δόντια σαν στο στόμα, όταν διαβάζεις ποιήματά του. Δεν υπάρχει φυγή από αυτόν.  

Μέσα του έκρυβε την πονεμένη καρδιά ενός παιδιού, που δεν βρήκε ποτέ τον κόσμο που ονειρεύτηκε. 

Στην ποίηση, στην συγγραφή βουτούσε στον ιδανικό του κόσμου που ποιούσε. 

 

-Στο ποίημα σας «Ονειρεύτηκα» αναφέρεστε στα «άπιαστα» , «απατηλά» όνειρα

Ονειρεύτηκα 

άπιαστα όνειρα. 

Ονειρεύτηκα 

την αγάπη να κερδίσω. 

[..] Ονειρεύτηκα 

φρούδες ελπίδες. 

Ονειρεύτηκα. 

Με ξύπνησε 

ο γδούπος 

στο τσιμέντο. 

 

Είναι τελικά αυτά που κάνουν πιο υποφερτή τη ζωή μας; 

Όνειρα. Όνειρα όλων μας. Ο καθένας κάτι ονειρεύεται. Άλλοι παλεύουν να κάνουν τα όνειρα τους αλήθεια, να τα πραγματοποιήσουν. Άλλοι, έωλοι, νωθροί ονειρεύονται τα σύννεφα. Τα όνειρα δίνουν δύναμη, δίνουν ελπίδα. Όχι όμως για πολύ. Πολλά όνειρα είναι άπιαστα, όπως και τα ιδανικά που ονειρεύονται οι νέοι. Απατηλά όνειρα, γιατί η πραγματικότητα είναι πολύ διαφορετική. Όχι, τα όνειρα δεν κάνουν πιο υποφερτή την ζωή μας. Ίσως τα καλά όνειρα ομορφαίνουν παροδικά την ημέρα μας.  

Παρόλα αυτά τα όνειρα είναι ζωή. Χωρίς όνειρα δεν υπάρχουν στόχοι.

 

-Στην «Προσμονή» θα μπορούσε να φανταστεί ο αναγνώστης της δική του ζωή τα τελευταία χρόνια με τις δυσκολίες και την απομόνωση που έφερε η Πανδημία.

Στον δρόμο , άνθρωποι σιωπηλοί, με μάσκες.

Η μυρωδιά θανάτου διάχυτη. 

Έχει έναν  ήλιο ανοιξιάτικο, παιχνιδιάρικο, 

που επιμένει να τρυπώνει στο δωμάτιο, 

ανάμεσα από τις κλειστές κουρτίνες. 

[..] Προσμένω , αγαπημένε 

στην αγκαλιά σου να αναστηθώ. 

Είναι μια εικόνα της Πανδημίας. Η Πανδημία μας βρήκε στην Άνοιξη, τότε που ανθίζουν «οι αμυγδαλιές και βγάζει η γης χορτάρι» για να παραφράσουμε τον Αθανάσιο Διάκο. Ναι, η Πανδημία έφερε απομόνωση, αλλά και μια εσωστρέφεια, μας έκανε να δούμε τους εαυτούς μας, τις σχέσεις μας, δουλέψαμε αλλιώς. Ήταν μια δοκιμασία για όλη την ανθρωπότητα. Κάπου όμως, συνειδητοποιούσε κανείς ότι όλος ο κόσμος είναι ταυτόχρονα μικρός και μεγάλος, ότι μια Πανδημία τύλιγε ολάκερη την ανθρωπότητα, ένας φόβος μας απέκλεισε, ο φόβος του θανάτου και περιμέναμε όλοι την Ανάσταση, ήταν Πάσχα τότε.

 

-Μένω στο τελευταίο στίχο που προσμένουμε έναν αγαπημένο στην αγκαλιά του να αναστηθούμε. Η προσμονή  ενός έρωτα είναι τελικά η  ανάσα της ζωής;Ακόμη και η προσμονή του μας μεταμορφώνει; Μπορεί να μας αναστήσει; Τελικά κυρία Μανδύλα πόσο μεγάλη σημασία έχει ο έρωτας στη ζωή και στην ποίηση ; 

Ο έρωτας, η αγάπη είναι ζωή όπως και η μνήμη. Η προσμονή της Ανάστασης είναι αυτή που λυτρώνει, που μας δίνει ελπίδα, είναι η στιγμιαία, πολλές φορές, λύτρωση από τον θάνατο που όλοι ξέρουμε ότι κάποτε μας περιμένει. Ο θάνατος είναι το μόνο βέβαιο στην ζωή μας. Από την στιγμή που γεννιόμαστε είμαστε ολοένα κοντύτερα στον θάνατο. 

Τελικά, θα μου επιστρέψετε να ενώσω τις δυο τελευταίες ερωτήσεις σας. 

Ο έρωτας είναι η ζωή. Ο έρωτας νικά τον θάνατο. Ο έρωτας φέρνει και την ζωή με την γέννηση ενός παιδιού. Ο έρωτας είναι το αντίθετο του θανάτου. Ο έρωτας είναι η κινητήριος δύναμη για όλα μαζί με την αγάπη. 

Αν δεν αγαπάς δεν κάνεις κάτι καλά. Πρέπει να αγαπήσεις τον άνθρωπο, την φύση, τον κόσμο, μόνο έτσι νοιώθεις γεμάτος, νοιώθεις ευτυχία. 

Η δημιουργία είναι έρωτας. Ο μουσικός, ο ζωγράφος δεν δημιουργεί χωρίς αγάπη, χωρίς αφοσίωση σε αυτό που κάνει. Ούτε ο επιστήμονας, ούτε ο δάσκαλος, ούτε ο γονιός, ούτε ο δημοσιογράφος, και βέβαια ούτε ο ποιητής δεν δημιουργεί, δεν ολοκληρώνεται, χωρίς τον έρωτα, αυτήν την κινητήρια δύναμη του ανθρώπου.

 

-Τι σημαίνει η ποίηση για εσάς; 

Η ποίηση για μένα είναι η ανώτερη μορφή δημιουργίας μαζί με την μουσική. Η ποίηση είναι ζωή. Πάντα έγραφα, από μικρό παιδί. Μια δασκάλα μου αγαπημένη, στο δημοτικό μου χάρισε τα πρώτα μου ποιήματα, μία τρίτομη έκδοση Ελλήνων ποιητών. 

Έγραφα, αλλά ήμουν διστακτική να τα δημοσιεύσω. Ώσπου ο μεγάλος ποιητής και φίλος Κώστας Γ. Παπαγεωργίου με έπεισε να τα εκδώσω. 

Η αλήθεια είναι ότι δεν αφοσιώθηκα όσο θα ήθελα στο γράψιμο, στην ποίηση. Η ζωή άλλα έφερε, άλλα μου ζήτησε. Παρόλα αυτά προσπαθώ να γράψω περισσότερο, μου αρέσει αυτός ο ιδανικός, πνευματικός κόσμος που μου ανοίγεται μπροστά μου. Όταν γράφω ή όταν βυθίζομαι στην ανάγνωση των ποιητών και συγγραφέων, είναι ένας κόσμος μαγικός. 

Και η ποίηση πρέπει να διαβάζεται δυνατά. Η ποίηση πρέπει να έχει μια αρμονία, ένα ρυθμό και ας μην έχουμε σήμερα ομοιοκαταληξία, η αρμονία όμως και ο ρυθμός υπάρχουν.