Μέσ’ στον καθρέφτη μου κοιτώ
Μέσ’ στον καθρέφτη μου κοιτώ
και βλέπω το δέρμα μου να φθίνει
και λέω: «Θέ μου, κάνε σε παρακαλώ
και την καρδιά μου έτσι ισχνή να γίνει».
Τότε επιτέλους χωρίς καμία ταραχή,
από αγάπες που για μένα έχουν παγώσει,
θα περιμένω, μοναχός, μ’ απαντοχή
την ηρεμία που ποτέ δε θα τελειώσει.
Μα ο Χρόνος, για να προσθέσει στο μαράζι,
κάτι μου κλέβει, κάτι μ’ αφήνει του φτωχού,
και κάθε βράδυ το εύθραστο σαρκίο μου ταράζει
με χτυποκάρδια του μεσημεριού.
Ποτέ δε μοιάζει καλοκαίρι εδώ
«Ποτέ δε μοιάζει καλοκαίρι εδώ
στο Μπίνι, στη θάλασσα κοντά»·
μα κι αν αυτή το ’βλεπε θλιβερό,
μου φαίνονταν όλα καλοκαιρινά.
Ποτέ δε μοιάζει καλοκαίρι πια
εκεί, σε πείσμα του καιρού·
μα, αχ, δε θα καλοκαιριάσει πουθενά,
στο Μπίνι η κι όπου αλλού.
Η ζωή γελάει προχωρώντας
Περιπλανώμενος, αναζητούσα μια κατοικία παλιά
όπου, κάποια που γνώριζα, ζούσε έναν καιρό.
Στο μέρος ‘κείνο βρήκα ένα σπίτι τελικά,
μα ήταν καινούργιο, δεν ήταν το παλιό.
Πήγα εκεί, όπου, όχι και πριν καιρό πολύ,
μεσ’ από δυό στήθη το χόρτο είχε φυτρώσει,
οι μαργαρίτες χαρούμενα απλώνονταν στη γη,
τον τάφο από κάτω σα να μην είχαν νιώσει.
Περπάτησα μέσα απ’ έναν κήπο, όπου παιδιά
στον ήλιο, φωνάζοντας, χοροπηδούσαν:
τη σιλουέτα που κάποτε καθόταν στη γωνιά,
οι άνθρωποι πια δεν την αναζητούσαν.
Προχωρώντας ακάθεκτη γελάει η ζωή,
είδα πως στο νέο είχε υποκύψει το παλιό:
εύλογα η διάθεση μου η πολύ νοσταλγική
έσβησε, αφήνοντας το στόμα μου κλειστό.
Όσο η Γη διαρκεί (Το σημείο)
Σε χρόνια γκρεμισμένα και χαμένα
δύο κάθισαν εδώ, σαν να’ταν ένα,
φωτισμένοι απ’ αγάπη ζωντανή
που ο μαραμένος κόσμος δε είχε σαν αυτή:
Με προαισθήσεις κάποτε κακές
φοβήθηκαν για μια στιγμή,
μετά μ’ ελπίδα για πράγματα, κενή,
που δε θα γίνονταν ποτές.
Απ’ την αγάπη κι απο μας εδώ,
ίχνος δεν έμεινε στο χώρο αυτό.
Ο ήλιος και οι σκιές γυρνούν,
οι εποχές, μια-μια, στη φθορά γλιστρούν.
Κι εδώ επικρατούν
άσχημες μέρες και κακές,
η θύελλα και τ’ ανέμου οι ριπές,
όπως κι αλλού.
Μα κάποια μοναχική, ποιμενική
ψυχή, που λιάζεται στο λόφο εκεί,
μπορεί ν΄ακούσει ήχο νεραϊδικό ακόμα,
τα νυσταγμένα μεσημέρια να βγαίνει απ’ το χώμα:
«Ω, ποτέ ξανά
όσο η Γη διαρκεί,
αγάπη άλλη σαν κι αυτή
δε θα γεμίσει πια την λαγκαδιά».
Σε μια έκλειψη σελήνης
Η σκιά σου, Γη, απ’ τον Πόλο ως τη θάλασσα την Κεντρική
αιφνιδιάζει τώρα την ήπια λάμψη απ΄τη Σελήνη,
σε μια, από αδιατάρακτη γαλήνη,
μονόχρωμη και καμπυλωτή γραμμή.
Πώς να συνδέσω τέτοια ηλιακή συμμετρία
με τη σκισμένη, ταραγμένη μορφή σου, που εγώ
ξέρω, το προφίλ αυτό, ήρεμο σαν από μέτωπο θεϊκό,
με ηπείρους γεμάτες βάσανα και δυστυχία.
Και πώς μπορεί η απέραντη θνητότητα να ρίχνει
τόσο μικρή σκιά, και τ’ Ουρανού το σχέδιο το υψηλό
για τ’ ανθρώπινα, να περικλείεται απ’ του τόξου πέρα τις ακτές;
Του επίγειου θεάματος η αστρική πυξίδα έτσι να δείχνει:
να πολεμάει το ένα έθνος τ’ άλλο, ανθρώπους με μυαλό,
ήρωες και γυναίκες κι απ’ τα ουράνια πιο λαμπρές;
Ας χαρώ κι εγώ
Τη γη ας χαρώ, όχι λιγότερο, κι εγώ
κι ας είχε η παντοδύναμη πηγή
που ‘φτιαξε την ομορφιά εδώ,
άλλους στόχους απ’ τη δική μου ηδονή.
Μια ομορφιά στο μονοπάτι συναντώ,
που ούτε μια λέξη ή μια ματιά δε μου πετάει,
απ’ τον περιφρονητικό αέρα της θα μαγευτώ,
υμνώντας στόμα, που το δικό μου ποτέ δε θα φιλάει.
Με τραγούδια παλιά συγκινημένα,
εμπνευσμένα από άγνωστα όνειρα και σκηνές,
θα εκφράσω εκστάσεις που ανήκουν, όχι σε μένα,
μα σ’ άλλους, σα να ‘τανε προσωπικές.
Και μετά προς τον Παράδεισο μια μέρα
και τα καλά του, αν κάτι τέτοιο υπάρχει,
θα σηκώσω με χαρά τα μάτια, από πέρα
μακριά, αν και θέση για μένα καμιά δε θα’χει.









