Διαβάζοντας την πρώτη ποιητική συλλογή της Κατερίνας Ντίνου η σκέψη μου πήγε κατευθείαν σε δυο σημεία. Το πρώτο είναι το στοιχείο της έκπληξης καθώς στη συλλογή αυτή δεν υπάρχει ίχνος στιχουργικής στο πλαίσιο της βασικής της και πολύχρονης δηλαδή ιδιότητας του τραγουδοποιού. Γράφει ποίηση και αυτό δεν αποδεικνύεται με τα εξωτερικά και προφανή στοιχεία, δηλαδή την έλλειψη ομοιοκαταληξίας, αλλά από τη βαθύτερες προεκτάσεις πέραν, δηλαδή, της αμεσότητας και του ακαριαίου του τραγουδιού. Γράφει ως ποιήτρια και όχι ως στιχουργός που ποιεί τη συγγενή τέχνη της ποίησης. Και μάλιστα γράφει ως ποιήτρια εξ ανάγκης και όχι εξ αναβάθμισης του λόγου της. Τουτέστιν εκφράζεται γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς και όχι για να προσθέσει ένα παράσημο –έστω και τυπικά- στο εργογραφικό της.

Το δεύτερο σημείο και πιο ουσιαστικό είναι η ασυνείδητη σύνδεσή της με την κλασσική αναγεννησιακή τεχνική κιάρο-σκούρο, αυτό το κοντράστ συναισθημάτων που δημιουργείται από τον τρόπο που σκιαγραφείται το σκηνικό και κατ’ επέκτασιν οι ιδέες.  Αυτό το νατουραλιστικό ύφος και η ανάδειξη της ανθρώπινης φύσης με έντονα στοιχεία δραματοποίησης και θεατρικότητας όπου οι μορφές της σύνθεσης δεν οριοθετούνται με κάποιο περίγραμμα αλλά διακρίνονται μέσα από την αντιπαράθεση των φωτεινών και σκοτεινών επιφανειών- στην προκειμένη περίπτωση- δράσεων, αντικειμένων και σκηνικών που αποτυπώνονται με λέξεις.

Κυρίως στα συγκεκριμένα ποιήματα διακρίνεται το δεύτερο είδος αυτής της τεχνικής: Να είναι σκοτεινό το θέμα και φωτεινό το φόντο. Ποιο είναι αυτό το θέμα; Εκείνος, ο άλλος, στον οποίο το ποιητικό υποκείμενο του βιβλίου απευθύνεται με έναν διαλογικό τρόπο στα περισσότερα ποιήματα. Και ποιος είναι αυτός; Και γιατί είναι σκοτεινό; Είναι άραγε ο ένοχος, ο υπεύθυνος, ο λόγος για τον οποίο η Ντίνου, γράφει αυτά τα ποιήματα για να του εξομολογηθεί σαν ηττημένη, να απελευθερωθεί από τα δεσμά του, να του εκφράσει την αδυναμία της, να τον συγκινήσει καρφώνοντάς του με τις λέξεις της τα σφάλματά του; Ή να αναδείξει τη δύναμή της, να υμνήσει την ελευθερία της, να βροντοφωνάξει με ήσυχες λέξεις τον πόνο της ως νίκη, ως δράση και απόδραση; Ομολογώ ότι διαβάζοντας και ξαναδιαβάζοντας τα ποιήματα άλλες φορές έγερνα προς τη μια εκδοχή και άλλες προς την άλλη. Κι αυτή είναι η σημασία και αξία αυτών των ποιημάτων, ότι δεν έχουν οριστικές απαντήσεις, αλλά αναδεικνύουν τη ρέουσα πραγματικότητα που δεν είναι άσπρο ή μαύρο αλλά κιάρο-σκούρο.

Για αυτό και στον «Επίλογο», το τελευταίο ποίημα της συλλογής η ηρωίδα προστάζει εκείνον: «μάζεψε τα τραγούδια στο μικρό μου συρτάρι/ να το κλειδώσεις/ δεν πρόλαβα να βάλω σε τάξη τα χαρτιά μου/ μην αφήσεις τις λέξεις γύρω / έχουν θηλιές οι λέξεις/ Φεύγω απόψε/ μην ξεχάσεις/ το συντομότερο να με ξεχάσεις». Κι όμως αυτές οι προστατικές και οι προτρεπτικές υποτακτικές αναιρούνται στο πρώτο ποίημα της συλλογής και ανατρέπονται καθώς τα ποιήματα στη συνέχεια διαδέχονται το ένα το άλλο. Γράφει δηλαδή στο πρώτο ποίημα:

 

ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ ΣΤΟΝ ΑΟΡΙΣΤΟ

 

Θα γυρίσω

στα ίδια χέρια

ή σε άλλα,

σε νερά σπασμένα

ποτάμια ή θάλασσες·

όσο πόνος υπάρχει

θα γίνεται φωνή.

Για τραγούδια

που δεν έχουν ακόμα γραφτεί

θα γυρίσω.

Το μόνο οριστικό τέλος

είναι ο αυριανός πόνος.

 

Ποιος εν τέλει είναι αυτός ο «άλλος» στον οποίο απευθύνεται η ηρωίδα των ποιημάτων; Σε μια πρώτη και κύρια ανάγνωση είναι ο σύντροφος, ο εραστής, ο απέναντι του συναισθήματος, ο αντίπαλος του ερωτικού παιχνιδιού, ο φανατικός εχθρός που χρειάζεται η ερωτική μάχη για να αποκτήσει αίμα, παλμό, ζωή. Τα ποιήματα  είναι ποτισμένα από αυτήν την αγριάδα της σχέσης όπου νικητής και νικημένος είναι σιαμαίες υπάρξεις και που την ώρα που στη μια σελίδα του βιβλίου η ηρωίδα γράφει: ««Έσβηνε στην πρώτη ανάγνωση/ η ανυπαρξία μου/ κάθε γραμμή σου κι ένας ορισμός/ Ανήκω/ Ορίζομαι/ Ορκίζομαι/ Κι εκεί/ στο μεγαλύτερο ψέμα/ φτερά έγραψες στα χέρια μου/ και φύγαμε μαζί», ακριβώς απέναντι, στην άλλη σελίδα διαλαλεί: «Παρά με μια αδέξια τόλμη/ να πάρω μια μεγαλύτερη/ να σταθώ μπροστά σου και να πω τα λόγια τα σωστά. Βγαίνοντας έφτασε/ η ηχώ στον ακάλυπτο/ Δεν σε αγαπώ πια.» Σε ποιο από τα δυο ποιήματα υπάρχει η αλήθεια; Ποιο είναι αυτό που αποτυπώνει τα ειλικρινή συναισθήματα; Και τα δύο…Γίνεται; Γίνεται.

Δεν είναι όμως όλα τόσο ωραιοποιημένα και άγρια ρομαντικά. Είναι και εκείνος ο  «άλλος» που εμφανίζεται ως Σωτήρας και που στο πλαίσιο μιας φαλλοκρατικής συνθήκης είναι ο δυνατός της σχέσης. Ο άλλος που μπορεί να συμβολίζει είτε το άλλο πρόσωπο της σχέσης είτε οποιονδήποτε λειτουργεί καταπιεστικά και ασφυκτικά. Κι εκεί δεν του χαρίζεται η ηρωίδα. Γράφει σε ένα από τα ωραιότερα ποιήματα της συλλογής:

 

ΤΑ ΧΕΡΙΑ ΣΟΥ

 

Γιατί απλώνεις τα χέρια σου

να με σώσεις

από κατασκευασμένους εχθρούς·

γιατί σηκώνεις τα χέρια σου

μη βραχώ από ένα λευκό σύννεφο·

γιατί σκεπάζεις με τα χέρια σου

τον ήλιο μην καώ·

γιατί κρύβεις με τα χέρια σου

το σώμα μου

από επίδοξα αγγίγματα·

γιατί ενώνεις με τα χέρια σου

τις άκρες μου να κλειστώ·

γιατί στρώνεις με τα χέρια σου

τα μαλλιά μου

από τους ανέμους.

 

Αν θες από κάτι να με σώσεις

είναι τα χέρια σου.

 

Συνειδητά –γιατί έτσι το αισθάνθηκα- η ανάγνωσή μου στα ποιήματα επικεντρώνεται κυρίως στη θεματική απεικόνισή τους και όχι στις τεχνικές λεπτομέρειες μια φιλολογικής ανάλυσης. Κοιτάζοντάς τα όμως και από αυτή την σκοπιά, θα έλεγα ότι η Ντίνου πάντα στο πλαίσιο της τεχνικής του κιαρο σκουρο που προανέφερα, στηρίζει την εξωτερίκευση των συναισθημάτων της μέσα από τη χρηστική λειτουργία των αντικειμένων, της εξωτερικής, όπως προείπα, φωτεινής φαινομενικα πραγματικότητας τα οποία συντελούν στη διαμόρφωση του πλαισίου ως αφόρμηση. Έντονα τα στοιχεία της φύσης, η θάλασσα, η πέτρα, το νερό, το φως, ο αέρας, η βροχή,  αλλά και ο υλικός κόσμος: τα καπέλα, τα ρούχα, οι τοίχοι, τα σεντόνια, το μολύβι, τα καρφιά, το δωμάτιο. Όλα αυτά λειτουργούν ως στοιχεία δραματοποίησης και θεατρικότητας για να αναδείξουν τα συναισθήματα και τις σκέψεις και τα βιώματα. Έτσι ο λόγος της δεν έχει κανένα περιττό ποιητικό στολίδι, δεν θα βρει πουθενά ο αναγνώστης σημεία στα ποιήματα που φλυαρούν και να βαυκαλίζονται ώστε να εντυπωσιάσουν. Δεν περιέχουν ασάφειες ούτε άνευρα και στείρα υπερρεαλιστικά και μεταφυσικά τεχνάσματα του λόγου.

Κινείται στη βάση της σχολής, θα έλεγα του Νίκου Αλέξη Ασλάνογλου και του Τάσου Λειβαδίτη –δυο ονόματα ενδεικτικά της τεχνοτροπίας της Ντίνου- χτίζοντας λέξη τη λέξη, στίχο τον στίχο, εικόνα την εικόνα, συναίσθημα το συναίσθημα το σκηνικό του ποιήματος. Στο τέλος του έρχεται η κάθαρση. Και αυτό το κάθε τέλος των ποιημάτων της Ντίνου είναι ένας αυτόνομος στίχος που άλλοτε συνοψίζει την ιστορία, άλλοτε ολοκληρώνει το νόημα, κυρίως δικαιώνει και εξαγνίζει πρωτίστως το ποιητικό υποκείμενο και άλλοτε ξεπερνά τα όρια του ποιήματος και γίνεται αποφθεγματικός κλείνοντας το μάτι στον αναγνώστη. Και όταν αυτός ο αναγνώστης έχει την τύχη να είναι και ακροατής της τότε ας κοιτάζει ψηλά στο μέτωπό της γιατί όπως γράφει στο στο ποίημα Αντιθέσεις.

 

Είχα μια άγρια τριανταφυλλιά

κι ένα τραγούδι

με πότιζαν μέλι κι αγκάθια

μεγάλωνα

με τον ανθό της

κι ένα στεφάνι

που μου μάτωνε το μέτωπο

όταν τραγουδούσα.