Αχ Ιωάννη, Ιωάννη

Σύ σεβάσμιο πτηνό,

Αετέ του ήλιου επόπτη.

 

Την θέα της ματιάς του πτηνού αποκτώντας

Ακόμη και του Γολγοθά και της Ανάστασης

Ας μην πούμε για το πορνικό της Βαβυλώνος.

 

Ψηλά πάνω απ’ του περιστεριού την ήπια λάμψη

Όλον τον καιρό κρεμασμένη, μονάχα να το γνωρίζαμε, η παντογνώστρια

σκιά

Του χρυσογραμμένου αετού του Ιωάννη.

 

Ο Ιωάννης τα ξερε όλα

Ακόμη και την ίδια την αρχή.

 

«Εν αρχή ην ο Λόγος

Και Θεός ην ο Λόγος

Και ο Λόγος ην προς τον Θεόν.»

 

Έχοντας πάει στο σχολείο

Ο Ιωάννης γνώριζε όλη την πρόταση.

Όσο για τον αθώο Ιησού

Αυτός ήταν ένα απ’ τα φαινόμενα της Φύσης, δίχως αμφιβολία.

 

Αχ κείνος ο αετός ενός Ευαγγελιστή που μετράει του νου τις κορυφές

Ατενίζοντας την κτίση από ύψη που θολώνουν την μορφή της

Και κατσαδιάζοντάς την

Όπως ένας αετός που κοιτά τον Ήλιο από πάνω υποτιμητικά!

 

Ο Λόγος, ο Λόγος!

«Εν αρχή ην ο Λόγος.»

 

Δεν υπάρχει ένας μεγάλος Νους που προορίζει;

Δεν αναπαράγει ιδανικώς μια ανώτατη Διάνοια το Σύμπαν;

Δεν είναι καθεμιά ψυχή μια ζωηρή σκέψη εντός της του Θεού μεγάλης συνειδησιακής ροής;

 

Ρίξε αλάτι στην ουρά του

Το πανούργο πτηνό του Ιωάννη.

 

Περήφανη διάνοια, Νους που ψηλά ανεβαίνει

Σαν ένας βασιλιάς αετός, πτηνό του Υψηλότατου, χτενίζοντας

τον κύκλο του παραδείσου

Ρίχνοντας τους κύκλους της κτίσης

Πάνω σε δυο φτερούγες, σαν ένα ζευγάρι πυξίδες·

To χλωμό περιστέρι του Ιησού που τρεμουλιάζει, γουργουρίζοντας στα χαμηλότερα κλαδιά

Περί ανοχής.

 

Εν αρχή ην ο Λόγος, βεβαίως.

Κι ο λόγος ήταν ο πρώτος γόνος του κραταιού Ιωάννειου νου,

Μικρό του νοερού αετού.

 

Μα ρίξε αλάτι στην ουρά του Ιωάννειου πτηνού

Ρίξε αλάτι στην ουρά του

Αετός του Ιωάννη.

 

Απόδιωξέ το απ’ τον εμπύρειο

Του παντεποπτεύοντος, του προκαθορίζοντος τα πάντα ιδανικού.

Κάν’ το να φωλιάσει στην ραντισμένη με πουλιά, πετρώδη Πάτμο

Κι άσ’ το να μαδήσει εκεί, ανάμεσα στις πέτρες του πικρού πόντου.

 

Γιατί ο κραταιός αετός του προκαθορίζοντος Νου

Μοιάζει τριμμένος κι αποκλεισμένος στα νησιά αυτές τις μέρες:

Μαδώντας, μάλλον γυμνός στα οπίσθια, και κάτω από το ράμφος

Μάλλον βρόμικος, στην ασπρισμένη απ’ τις κουτσουλιές Πάτμο.

 

Απ’ αυτό οδηγούμαστε να συμπεράνουμε

Πως το γέρικο πτηνό είναι κουρασμένο, και σχεδόν θα επιθυμούσε

Ένα νέο πουλάκι να σπάσει το εκτενές τσόφλι

Του κοσμικού αυγού.

 

Ο φτωχός γέρικος χρυσός αετός του πνεύματος της δημιουργίας

Μαδώντας και μελαγχολώντας κι αναμένοντας, επιθυμώντας επιτέλους

Την φωτιά να τον κάψει ολοσχερώς, φτερά και τα λοιπά,

Ώστε να δυνηθεί μια νέα αντίληψη περί αρχής και τέλους

Να υψωθεί από τις στάχτες.

 

Αχ Φοίνικα, Φοίνικα,

Αετέ του Ιωάννη!

Είσαι πια γνωστός σε μας μόνο ως σήμα μιας ασφαλιστικής

Εταιρείας.

 

Φοίνικα, Φοίνικα,

Η φωλιά φλέγεται,

Τα φτερά τσουρουφλίζονται,

Η στάχτη πτεροειδής πτερώνεται, σαν πάνω σ’ έναν κυανό αδύναμο νεοσσό.

 

San Gervasio

 

 

Επίμετρο

 

Ο D.H. Lawrence (1885-1930) υπήρξε ένας σημαντικότατος Άγγλος μοντερνιστής, που εργάσθηκε και ανέπτυξε την ποιητική του εντός της εποχής των λογοτεχνικών νεωτερικοτήτων των αρχών του 20ου αιώνα. Το παρόν ποίημα αποτελεί μέρος μιας ποιητικής συλλογής, που τιτλοφορείται Birds, Beasts and Flowers (1923) και πιο συγκεκριμένα της ενότητας εντός αυτής που επιγράφεται “The Evangelistic Beasts”.  Είτε η συλλογή αυτή πρέπει να ιδωθεί ως μια νέκυια, στην οποία ο αφηγητής-ποιητής περιδιαβαίνει τον Άδη με απώτερο σκοπό του την εύρεση μιας νέας αρχής μέσω της ανατροπής των παραδεδεγμένων αφηγήσεων της Δύσης περί καλού και κακού (Gilbert 1979), είτε ως μια επανεύρεση της πεμπτουσίας του Δυτικού πολιτισμού μέσω της ανοικείωσης του από μια ματιά που κοιτά από τα ανατολικά την Δύση (Trail 1979), το μόνο ασφαλές συμπέρασμα που μπορούμε να εξάγουμε είναι πως η συλλογή διαβάζεται ως όλον και συνεπώς ως τέτοιο λογίζεται. Ένα ιδιαίτερα εύφλεκτο όλον, που γυρεύει την αποσταθεροποίηση, υποβάλλοντας καίρια ερωτήματα και προτείνοντας την σύνθεση ενός καινούργιου βλέμματος διά της χρήσης μιας ισχυρής αντίθεσης. “Fruits”, “Trees”, “Flowers”, “The Evangelistic Beasts”, “Creatures”, “Reptiles”, “Birds”, “Animals” και “Ghosts” είναι οι ονομασίες των επιμέρους ενοτήτων της σύνθεσης, οι οποίες σχηματίζουν την σκιά μιας πορείας, ενός αρνητικού προσκυνήματος εντός των εγκοσμίων, που φαίνεται να καταλήγει στην μελαγχολική, απομαγευμένη κατασκευή μιας νέας οπτικής. Κάθε ενότητα περιέχει ποιήματα που ασχολούνται με ένα φρούτο, ένα πτηνό, ένα θηρίο, ένα λουλούδι κ.τ.λ. με αφοριστική χροιά.

Μελετώντας την ποιητική του Lawrence, γράφει ένας ερευνητής: «Κι ήταν αυτή η μοναδικότητα, […], που ως αποτέλεσμα είχε την ευτυχή μεσιτεία του Lawrence μεταξύ, ας πούμε, της μυθοποιΐας της Έρημης Χώρας και των φυσικιστικών δεδομένων του Πάτερσον. Διότι αυτό που ενεργοποίησε την καλύτερη ποίησή του, και πράγματι την ολότητα του οράματος της φαντασίας του, ήταν μια λεπτά εξισορροπημένη αίσθηση των πραγματικοτήτων της ύλης και των δυνητικοτήτων του μύθου.» (Vickery 1974, 1· η μετάφραση δική μου). Ακολουθώντας την γραμμή του εμβριθή κριτικού, μπορούμε να προχωρήσουμε σε μερικές – ίσως βοηθητικές για τον αναγνώστη – παρατηρήσεις σχετικά με την προαναφερθείσα ποιητική συλλογή: ο Lawrence σαν μεσαιωνικός φυσιολόγος – ήτοι φυσιοδίφης – παρατηρεί και δημιουργεί καταλόγους  μορφών της Φύσης εστιάζοντας με ένταση στην υλική τους υπόσταση, ώστε να ανασυνθέσει τις συμβολικές ποιότητες τους και συνεπώς να δημιουργήσει εκ νέου μύθους. Αφαιρεί την σημασιολογική σάρκα από την υλική μορφή και την σαρκώνει εκ νέου με την δική του ερμηνεία. Η διαδικασία είναι αμφίδρομη, καθώς κάθε νέα σημασιοδότηση μορφώνει κι αυτή με την σειρά της τον αφηγητή-ποιητή και τον οδηγεί πιο κοντά στην διατύπωση ενός ολιστικού επιχειρήματος που αντιστρέφει το Δυτικό αφήγημα και τις πεποιθήσεις που απορρέουν από αυτό σχετικά με τα πυρηνικά δίπολα καλό-κακό, ζωή-θάνατος, ύλη-πνεύμα ή φως-σκοτάδι.

Μπορούμε λοιπόν να δούμε την ποιητική χειρονομία που αναφέραμε παραπάνω και στο παρόν ποίημα, αρκεί να παρατηρήσουμε την σταδιακή απομάκρυνση των σημασιολογικών στοιβάδων του δέρματος του κεντρικού συμβόλου του ποιήματος, του αετού. Αυτό που στην αρχή παρουσιάζεται ως ένα κραταιό σύμβολο, ένας αετός που υπερβαίνει την υλικότητα της φυσικής του υπόστασης, ένα από τα θηρία της Αποκάλυψης, με κάθε πρέζα αλατιού στην ουρά του, απεκδύεται το sensus spiritualis για να μετατραπεί σε ένα ακόμη πτηνό που λερώνει με τις κουτσουλιές του τους βράχους της Πάτμου. Καταλήγει μάλιστα στον έσχατο ξεπεσμό ως αρνητικό σύμβολο, από εκπρόσωπος του Λόγου σε σήμα ασφαλιστικής εταιρείας. Δεν μένει τίποτε άλλο παρά να παραδοθεί στην καθαρτήρια φωτιά που θα φανερώσει στα αποκαΐδια της έναν αδύναμο νεοσσό, δηλαδή την αγνή Φύση.

Το σύμβολο πάλιωσε, αδυνάτισε, δεν έχει αίγλη και χρησιμότητα, δεν μπορεί να διατηρήσει την διαχρονικότητά του πια. Αυτό είναι το μήνυμα της κατακερματισμένης περιόδου του μεσοπολέμου, της θλίψης που επέρχεται από το μούδιασμα που άφησε ο Ά Παγκόσμιος Πόλεμος, της εποχής που «[τ]ο γεράκι δεν μπορεί ν’ ακούσει πια τον γερακάρη» (Σεφέρης 1978) όπως γράφει ο W.B. Yeats τρία χρόνια νωρίτερα, και ο Lawrence μας το κοινωνεί από τους παρελθόντες καιρούς – που τόσο μοιάζουν με τους δικούς μας – με τον πιο εξαίσιο τρόπο.

 

 

 

 

Πηγές

 

  • Fernihough, Anne (ed.). The Cambridge Companion to D.H Lawrence. Cambridge: Cambridge University Press, 2001.
  • Gilbert, Sandra M. “Hell on Earth: ‘Birds, Beasts and Flowers’ as Subversive Narrative”. The D.H. Lawrence Review 12:3 (fall 1979): 256-274.
  • Lawrence D.H. The Complete Poems. London: Wordsworth, 1994.
  • Levenson, Michael (ed.). The Cambridge Companion to Modernism. Cambridge: Cambridge University Press, 1999.
  • Σεφέρης, Γιώργος. Αντιγραφές. Ά έκδοση. Αθήνα: Ίκαρος, 1978.
  • Trail, George Y. “West by East: The Psycho-Geography of ‘Birds, Beasts and Flowers’”. The D.H. Lawrence Review 12:3 (fall 1979): 241-255.
  • Vickery, John B. “D.H. Lawrence’s Poetry: Myth and Matter”. The D.H. Lawrence Review 7:1 (spring 1974): 1-18.