Των θηλέων τις θηλές ελάτρεψα!

Μα, πατριάρχες μου στέρησαν τα δώρα

Μαρία, Χριστίνα, Νατάσα, Λη,

Μυρτώ, Βασιλική, Γαλάτεια, Θεοδώρα 

************************

 

Μαρία

Νουφάρων κυανών

ομμάτων σου απηχήσεις,

αφών τερπνών

κορμιού σου περιηγήσεις.

Στα σκέλη σου χάνομαι

σε ορίζοντες που η ρέμβη δεν ορίζει,

μα, και ο ουρανός που δεν αγνοεί,

ανήμπορος στέκοντας δακρύζει.

**

 

         Χριστίνα

 

Σε υφάλους παιδιόθεν βαδίζοντας,

αιμορραγώντας, έπαιζες, χορεύοντας.

Να διδάσκεις,

τα αίματα σε εδίδαξαν!

Στην εξακτίνωση το άλγος σε μύησε,

του θάλπους την πλήρωση σμιλεύοντας.

Απόμακρη απαυγάζεις, απόσταγμα πίνοντας.

 

**

 

           Νατάσσα

 

Από χρώμα βαθύ, αραιό,

τον ρούν του χρόνου συλλογίζομαι.

Επέμεινα χωρίς να υπομείνω

στον χρόνο τον αήττητο,

τον ηττημένο από τον ίδιο

που επαναλαμβάνεται προπαγανδίζοντας υπέρ της πραότητος

ενώ ταχέως χάνεται στην γενεσιουργό

αιτία της ανυπαρξίας του την κίνηση

και την θυγατέρα της μεταβολή.

Η παρουσία σου στην σκέψη,

την νοσταλγία οικεία καθιστά,

το συγκυριακό αντάμωμα, προσδοκία φιλίας εμήνυσε,

η φιλία προσδοκία παρέμεινε.

Των στιγμών το εφήμερο την μνήμη κυβερνά.

Η αβρότητα που νοιώθω, η αβρότητα που νοιώθεις,

την ώσμωσή τους

στης λυκαυγής το σκίρτημα ομολογούν.

Πόσες προσμονές, λύπες, παραδοχές σε εμβάλλουν;

Αγέρες εποφθαλμιούν το γίνωμά σου.

 

**

Λη

Τα σκέλη σου ορθάνοιχτα,
αχόρταγα ρουφούν
την ρώμη την αρσενική,
την φλόγα της συλφίδος,
που κάθυγρα τα χείλη της,
τα χείλη σου που πάλλονται φιλούν.

Αγλάϊσμα των γυναικών!
Της ηδονής ιέρεια!
Γητεύτρα εσύ των στεναγμών,
σε ήθη ελευθέρια!

 

**

Μυρτώ

 

Τρίτη και δεκατρείς εχθές,

δεν βγήκα από το σπίτι,

στο κολυμβητήριο να πάω, απέφυγα.

Κοιμήθηκα ώρες πολλές, ώρες πολλές κοιμάμαι,

έχοντας ύπνο καλόν.

Ξυπνώντας εχθές το πρωί στις ένδεκα ( στις δώδεκα κοιμήθηκα ξανά ),

ολοκλήρωσα κάτι, που, από προχθές, Δευτέρα, του μήνα δώδεκα είχα ξεκινήσει, με διάθεση πάρα πολύ καλή,

την μορφή σου στην μνήμη φέρνοντας,

όμως, το τέλος δεν μπορούσα, αφού δεν γνώριζα, εάν ήθελες.

Εχθές το πρωί, Τρίτη και δεκατρείς, αποπειράθηκα επιτυχώς.

Όμορφη αίσθηση ακριβή,

η στίλβη των ματιών σου η υγρή,

η ροή που σφύζει! Μυρτώ μου!

Το < μου > δεν είναι κτητικό,

του αγέρα ετάχθης,

της Ιππολύτης βέλος ευθύβολο.

 

 

**

Ήδος αβάσταγο

Αφού η Γαλάτεια τέλειωνε
με τα πλατιά σου χείλη,
με τα ακροδάχτυλα που ηδύπαθα κεντούν,
τους γλουτούς σου παραδίδει ανοίγοντας,
στα χείλη τα δικά μου που ριγούν.

Εισδύοντας στον κόρφο σου Βασιλική,
των κραδασμών σου ιαχές δαμάζω,
την βασανιστική σου ηδονική
ταπείνωση θαυμάζω.

 

**

Αντήχηση


Της μορφής σου η πλάνη,

ένσπερμη μέθη,
της πληγής η πυόρροια,
την υφή σου διέπει.

Ηγερία του ζόφου,
των δεινών ηδονή,
των αΰλων Μαινάδα,
των παλμών Αποχή.

Κορινθία άμοιρη!
Της υπαίθρου τα κορίτσια διαγουμίζονται.

 

**

 Βάγια κατακόκκινα δώρα βαθιάς πληγής

 

 

Οδύνη τον ήλιο έσβησε,

που τις ροές στέγνωσε!

κι οι συμφορές

κάπνια έγιναν σιβυλλική, απροσπέλαστη.

*

Λεξειλίκτης

στις θηλές σου ανεπαισθήτως,

ακραία διακυβεύοντας,

αποβαλλόμενος,

τα όμματά σου αποσπώντας,

καταρρίπτων και καταρριπτόμενος,

από το αποκορύφωμα βουτώ

ενώ τα χείλη σου τα αφίλητα,

των ρημάτων την διακονία υπονομεύουν.

Μέσα στον δράκο που ανετράφης,

ο ερωτισμός σου κίβδηλος, διανοητικός

τα λοίσθια πνέει!

Τα σκέλη σου, ανοίγοντας, στην Αλγηδόνα προτάσσεις,

θύμα της, ικεττεύοντας, να γίνεις.

Στα μάτια σου βαθιά δεν θα κοιτάξω.

Των θηλών σου την σκληρή ανατριχίλα

τα χείλη μου δεν θα γευθούν.

Φαντασίας τυράγνια, των βλεννών σου εύοσμη αφή ηδονική!

Άγρας ερώτων παρωδία,

θηλυμανούς συγκομιδή αποκαρδιωτική.

 

Υ.Γ. Κι αν δράκος τρομοκράτησε το πρώτο σκίρτημά σου,

το θηλυκό μειδίαμα φωλιά!

των υμένων το σμίξιμο γητειά!

το σαπφικό αγκάλιασμα!

 

**

 

Όταν η απόλαυση από απόλαυση κλονίζεται

Κόμες αιωρούνται ξέπλεκες,
χείλη διαστέλλονται,
αιμάτινο χρώμα,
γλώσσες σαλιώνουν
θηλές μαστών που αναριγούν,
καλλίπυγες θωπευτικά τα σκέλη αναμειγνύουν.
Η αίσθηση απαγγέλει θηλυκά την αποθέωσή της,
ο πλάστης πνέει στην Σαπφώ την θεία αποστολή της.