Ξεθύμανε το νυχτικό σου στην ντουλάπα μου.
Στην αρχή ρουφούσα με τη μύτη
ύστερα με τους πόρους
του δέρματός μου
κι όταν πια το άρωμά σου
είχε γίνει ανεπαίσθητο
τύλιξα γύρω απ’ το ύφασμα
τα μεγάλα μου αγγεία
να τροφοδοτεί το αίμα μου
την απουσία σου.
Δε θ’ αντέξω να ξεχάσω
πόσο μπορώ να αγαπήσω
πόσο αγάπησα.
Πόσο ασήμαντος θα ‘μαι
αν δεν πονάω που λείπεις.
***
Όταν ισιώνεις τα μαλλιά σου
σφίγγεις μες στο χέρι μου μια πυξίδα.
Στο βορρά είναι το μέτωπό σου
στο προσκέφαλο του ήλιου
το αριστερό σου μάγουλο
στο ηλιολίμανο
το δεξί
στον πυθμένα ενός δροσάτου πηγαδιού
το πηγουνάκι σου
και στο κέντρο της ύπαρξης
τα χειλάκια σου φυσούν στα πανιά μου
το στόμα σου μοναδικό προορισμό.
Φίλα μου, μίλα με, γέννησέ με
πνίξε με με γάλα μητρικό.
Αφήστε ένα σχόλιο









