Ο καφενές, λάθη και πάθη σε κτίσμα παμπάλαιο,
εδώ, πλάι στο λαϊκό κουρείο,
εδώ, που όταν φεύγουν τα πλοία
και ξεφεύγουν τα λόγια,
κλαίνε μαντολίνα και λαούτα.
Δίχτυα μισοφαγωμένα από την Όστρια,
αρχαιοπρεπείς γλάστρες, γεράνια
κατακόκκινα, πριν αρχίσει η λιτανεία
εξαπτέρυγου ανέμου,
εδώ, τα κρίματα του Μεγάλου Κάστρου,
η άλικη φάρσα της ζωής,
εδώ κι εσύ, μάτια φινιστρίνια
ικέτες βαθιάς προσμονής,
ένα περιστέρι μπροστά στην είσοδο.
Σιδερένια και μαρμάρινα τραπεζάκια,
ψάθινες καρέκλες τιμωρίαςή εξιλέωσης,
μωσαϊκό πάτωμα,
βγαλμένες ψηφίδες, να σκοντάφτει το βλέμμα λοξά,
αναμνήσεις
θηλιές στα πλεχτά κουρτινάκια,
όλα μολογούν τη φύση μιας εύθραυστης δόξας,
«Οδός Πλάνης», ο καφενές,
αμήχανοι δισταγμοί,
να υψώνεται ο νόστος,
να βρίσκουν οι λέξεις τα τοπία της ψυχής
ν’ ανθίζουν,
όσο ο Βολανάκης απαλή θωπεία στησκέψη
σφραγίζει τη συνάντηση,
ο Βολανάκης, αθάνατος και ωραίος,
σπαραχτική η νιότη στην κορνίζα,
θα δακρύσεις, ναι.
Μυρωδιές λάφυρα, στους αρμούς της πέτρας,
χοντροκομμένο ταμπάκο,
κάρβουνο, κανέλλα,
σακίζι χιώτικο,
καβουρντισμέναχαρμάνια,
χνώτα και φλόγες στοιχειωμένες
από εκείνη τη μεγάλη σφαγή του Ηρακλείου,
εδώ, ο καφενές επί της 25ηςΑυγούστου 1898,
και ό,τι είναι εδώ, διαιωνίζεται.
Βαριά ηπόρτα
βαστά μαζί με το βερνίκι
και το ραγισμένο κρύσταλλο, μυστικά
και την τιμή του λιμανιού
ενάντια στο βουητό της πόλης,
στις πολυκατοικίες, στις μεγάλες βιτρίνες,
κόντρα, στο εφήμερο κλίμα της πολυτέλειας,
στο πολύ της ευτέλειας,
κόντρα, στο λίγο του κόσμου,
στην πραμάτεια της αγοράς,
κόντρα,
στις λαμαρίνες που σκουριάζουν στο καρνάγιο.
Οι στρώσεις του ασβέστηπολλές,
να κρύβεται η νοσταλγία, πιο βαριά από την αγάπη,
πιο ανάλαφρη από το φτερούγισμα της καρδιάς,
να χάνεται,
στην κυματιστήμπλάβηλαδομπογιά
στη μέση του ανατολικού τοίχου με τα πυροφάνια,
εκεί, που αρχίζει νοερά η περιπέτεια,
που το παρόν γίνεται ανάγκη
και η ανάγκη ξεχειλίζει
σ’ ένα ποτήρι ρακή,
εκεί, που οι ναυτικοίδιηγούνταιιστορίες
για να μείνει ο κόσμος τους ζωντανός,
να φέγγει η θύμηση σε αμνημόνευτα νερά,
εκεί, που δικαιώνεται ακόλαστος πόθος,
αποκοτιά,
και ξένα μεγαλεία της θάλασσας.
Από το παράθυρο μπορούσες να δεις,
τους ταρσανάδες,
τις ξύλινες παράγκες της αποβάθρας,
το ηλιοβασίλεμα στο λιμενοβραχίονα,
τα θεόρατα αρμυρίκια,
ν’ ακούσεις, την επανάληψη των συλλαβών
στο τιτίβισμα των πουλιών,
στο κύμα όταν σκάει στα βράχια,
στο κουδούνισμα ενός ποδηλάτου,
στα πέταλα αλόγουδιερχόμενης άμαξας.
Μέσα, η ατμόσφαιρα φιλική,
καιροφυλακτούν τα ένστικτα
όπως πάντα,
όπως παλιά, πιο ισχυρά από τις αισθήσεις.
Στο παλιό ρολόι των προγόνων
οι ασημένιοι λεπτοδείχτες
συνέχιζαν
θαρρείς κερδίζοντας την αιωνιότητα
να δείχνουν την ώρα,
να περνά ο καιρός με το ταξίδι,
και το ταξίδι, να περνά με τον καιρό.
Η γοητεία του χτες στην ευγένεια του λόγου,
στην ήττα της αμαρτίας,
στα φύλλα της λεμονιάς,
στοκεντημένομονόγραμμα,
στο δαχτυλίδι με το γιούσουρι,
και στο λευκό πουκάμισο του καπετάν Δημήτρη,
που ποτέ δεν έμαθε
αν ήταν προτιμότερο να φεύγει ή να μένει.
Κάθεται μόνος,
ρεμβάζοντας κατάρτια,φουγάρα,
γλαροπούλια, καραβόσκοινα, άγκυρες,
η θέα του φάρου τον παρηγορεί,
αβόλευτη πελαγίσια ψυχή μέσα στη σάρκα,
καθώς συλλέγει θραύσματα από αναμνήσεις
νιώθει πως έρχεται, εκείνη,
του προσφέρει, πρώτα τ’ αψέντι,
μετά το άγγιγμα, πρωτόγνωρο στα βλέφαρα,
ύστερα, με τρεμάμενη ψυχή,
τα χείλη της.
Κάτω από την εικόνα του απελπισμένου θεού,
γεμάτος αμφιβολία,
και περισσότερο απελπισμένος ο ίδιος,
δε γυρεύει πια τις ωραίες λέξεις,
όχι, τι να τις κάνει,
τώρα το ξέρει, δε φταίει,
μισό αιώνα του πήρε να το μάθει,
τώρα ψάχνει τις σωστές λέξεις,
αγοράζειτογέλιο της,
αγγίζει τα έργα της στον καμβά,
τουρκουάζ, γαλάζιο, πράσινο,
κίτρινο της ώχρας, λευκά φτερά,
μαύρες αναβάθρες, ξάρτια,
γκρίζα ύφαλα,
βαπόρια, αμμουδιές, βότσαλα,
αφορμή για ένα ραντεβού, στη φαντασία,
πληρώνοντας με δάκρυ αψύ
ψιθυρίζει τ’ όνομά της, Μαρίνα,
άχραντη λέξη η αγάπη,
δεν την πιάνει στα χείλη.
Εδώ, στον καφενέ της προκυμαίας,
νιότη και γηρατειά,
γδαρμένα ρούχα,
αθώα ξαφνιάσματα,
αρχέγονες λαϊκές ψυχές,
στη δούλεψη της αλισάχνης,
περιμένουν,
καθέναςτη δική του θάλασσα,
ή τη δική τουΜαρίνα, να επιστρέψει στο λιμάνι.
Χαλασμένες πυξίδες, τσαλακωμένα χαρτιά,
κιτρινισμένες εφημερίδες,
εκβιάζουν οι μέρες,
θ’ αργήσει πολύ το νόημα,
οι ιστορίες θα ειπωθούν ξανά, και ξανά,
συμφωνίες για μπάρκα, για ναύλα,
για τις γυναίκες
που γνώρισαν, που άφησαν πίσω,
που άγγιξαν και δεν άγγιξαν.
Περιορίζονται στις αναμνήσεις
αναπολούν τη ζωή, τα καράβια, τις φουρτούνες
στο πέρασμα του χρόνου τασημάδια
γεμίζουν φώσφορο,
το κεφάλι της Μέδουσας στον καθρέφτη,
το μπρούτζινο ρόπτρο,
οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες,
τα μπουκάλια στα ράφια,
όλα μια αίσθηση οικεία,
στιγμές, φυγές, επιστροφές,
κουβέντες που νικούν τον αιώνα
ανασταίνοντας πέλαγα,
για να πεθάνουν από έρωτα
όταν μια εικόνα
αναδύεται απρόσκλητη, και με την απαίτηση
να ξαναδιαβαστεί η ίδια σελίδα,
με άλλη ανάγνωση,
κρέμεται από μια φέτα άσπρο φεγγάρι
ξεχασμένο καταμεσής τ’ ουρανού,
ν’ αρμενίζει,
με την αθωότητα
ακόμη στις ραφές της ψυχής.









