Ένα εικόνισμα
Ένα εικόνισμα με γρίλιες ο πατέρας μου
μέσα στο βράδυ
που έχει λάμψει με ζεστό φως,
μα όχι καλοκαιριού.
Μια μορφή που γνέφει στον άγνωστο γιο του
-δε γνωριζόμαστε ακόμα, θα πάρει μια αιωνιότητα αυτό-
μια σκοτεινή παρουσία δευτέρου ορόφου.
Δεν ξέρω αν πρέπει να μεσουρανούν οι σκέψεις μου,
όταν πρόκειται για ένα τόσο μέτριο ύψος.
Σίγουρα όμως οι ποιητικές
δεν θα συνωθούνταν να υμνήσουν έναν τέτοιο πατέρα,
μη νεφεληγερέτη.
Γι αυτό και χαμηλά ρίχνω τη ματιά,
έστω κι αν τη σηκώνω ως βάρος,
για να δω τον πατέρα μου του β’ ορόφου
που μου γνέφει
για όλα τα πριν μας.
Μονόπρακτο
Άραγε σαλεύει η λίμνη
την ώρα που μας πληγώνουν;
Υπάρχουν χέρια κάτω από το χώμα
να οδηγούν τα βήματά μας με την αφή;
Είναι μια ταφή ένας μονόλογος κεκαλυμμένος;
Οι ερωτήσεις μου
λερώνουν τον στίχο με αόρατη μπογιά,
σε αυτό το θεατρικό που έχει αληθινά υλικά:
χυμό αίματος,
ομπρέλα τρύπια για τις βροχές,
μεταχειρισμένα αισθήματα
ταιριαστά μέσα σε δυαράκια
κάτω από κίτρινες λάμπες.
Όσα μου στερείς,
τα κερδίζω πολλαπλάσια ως
δάκρυα,μάτια,σιωπές.
Καραγκιόζης, αιώνιος στοχαστής,
παράγκα απέναντι από σαράι.
Ταμπακιέρα-κινητό
Στο τραπεζάκι η ταμπακιέρα
ή μήπως το κινητό;
Δε διακρίνω
καθώς
ακινητώ,
το ρόλο μες στα χρόνια μου να βρω.
Είν’ και τα δύο
αστραφτερά κουτιά
και για κουτούς ενέργεια αργίας περιέχουν.
Πότε καπνούς
και πότε ήχους.
Όλο μηνύματα με σήματα ατμού
ή ακτινοβόλα
διαπερνούν σε άλλα ξένα
κινητά ή ταμπακιέρες
και ομολογούν
άδειες ιδέες τυλιγμένες από χίμαιρες.
Να εξηγηθούν!









