Ψίθυρος

Είναι ένας μικρός ψίθυρος η λησμονιά
σου λέει
δεν αντιμίλησες τ΄ανθρώπου
σαν να μην ήξερες πως υπήρξες
ένα φιλί στο μέτωπο του χρόνου
ανασαλεύοντας σαν σπόρι
για τον καρπό της αιωνιότητας.

Τα σπόρια που δεν κάρπισαν ξεχνάνε.

Ανεξίτηλο

Κι άλλος που μετρούσε όνειρα
χωρίς αντίπαλο
εκείνο που πέρασε
κι εκείνο που πολλαπλασιάζει το σχήμα της ειμαρμένης του
κι μαέσως απορεί
τί βάθος ο λήθαργος ετούτος
γεμάτος διαμερίσματα σιωπών
εικονίσματα ψιθύρων στ΄ανοικτά πλευρά του
ζητώντας κάποτε να περάσει τα προγραμμένα τοιχογραφία στον κρόταφο.

Ξυπόλητος χώρος η νύχτα του ανεξίτηλου εντός μας.

Αισθήσεις

Κι άφηνε το βαρύ πολυέλαιο των ιδεών
να πέφτει
σαν εραστής στον εξεγερμένο αντίλαλο της ύπαρξης…

Δεν ήρθα
από τους τένοντες της συνήθειας διπλωμένη
σε πλήρη παράλαξη υπεργήινη
παραμονεύοντας το μαυσωλείο της ζωής.
Αποθηριωμένη ήρθα
σε προσκύνημα
του αλαθητου των χειλέων
νύχτα ανακυκλώνοντας
τα ελάσματα της ψυχής
σε κάστρα σωμάτων πυρηνικά σαν σχάση ξημερώματος εαρινού
κι άλλες πομπώδεις αλληγορίες σπαραγμάτων…

Και να ’ναι αυτός ο σαρκοβόρος τηλεχειριστής των ονειρεύσεων
σε διαβάσεις παροντικός
σαν φανοστάτης
ρυθμίζοντας την κυκλοφορία των αισθήσεων…