Στα πένθιμα μα ολάνθιστα κοιμητήρια

συναντώ πάντα τον Μονογενή.

Κάθε του σούρουπου ώρα

τις φλέβες της ψυχής καθώς διαρρηγνύω

για να αδειάσω το σάπιο

του ομφάλιου λώρου αίμα μου

Αυτός κρούει την σκουριασμένη καμπάνα.

Και μια από το στερνό μου

στριγκή κραυγή τρομάζει τα πετούμενα.

 

Με τα ξεχειλωμένα του παλιάτσου ρούχα

ανάβει χορεύοντας τα καντήλια.

Σαλός και άπατρις

κουβαλά τα δυο στη ράχη του ξύλα

και τις περικοπές ψέλνει του Μανιχαίου.

Στα λερά του μαλλιά

κρυμμένες δυο χάντρες κουβαλά.

Την ίριδα από της μάνας Του τα μάτια.

Φυλακτό για να ξορκίζει

των ανθρώπων το κακό.

Στα ροζιασμένα ακροδάχτυλα

περασμένα τα σχοινιά

της ανθρώπινης μαριονέττας.

Τρεμάμενος ο ίσκιος Του

αραχνοΰφαντος ο δρόμος Του

σκαλίζει το λευκό μάρμαρο

στα σφραγισμένα μνήματα.

 

Σαν θα Τον αντικρίσεις

μη για τον παράδεισο να Του μιλήσεις.

Του Πατέρα Του η γη

μια της σάρκας μαρτύριο

που δεν χωρούσε της Μαγδαληνής το κορμί.

 

Ανάμεσα στα κιτρινισμένα δόντια

αναμασά του ψυχοπομπού το τάμα.

Με τη βραχνή Του φωνή

την δική μου ετοιμάζει Εξόδιο Ακολουθία.