[Βραχώδης ακτή, Ελαιογραφία 34 χ 49, Ουμβέρτος Αργυρός]

 

 

Δεν είχε την αντοχή να γίνει μάρτυρας,

το πλέον της ζωής, το είχε ζήσει,

σαράντα χρόνια θαλασσινός,

ανεμόδαρτος,

κυκλωμένος από όλες τις θύμησες

ήξερε να φυλάει, αλισάχνη κι αντάρα, μέσα του.

«Βαρύ αγκωνάρι ο λογισμός»,

έτσι συνήθιζε να λέει

όταν περπατώντας στην προκυμαία,

μετρούσε σιδερένιες δέστρες, κάβους, ξάρτια,

φλάμπουρα, γλαροπούλια,

μπλάβα κύματα, αθώες ψυχές.

 

Αποδεκατισμένος από την αλμύρα,

τώρα, σαν σήκωνε

το δείχτη του αριστερού χεριού,

δεν ήταν για να δείξει, στο ναυτικό χάρτη,

τις απαγορευμένες ζώνες,

τον Τουρλίτη φάρο της Άνδρου,

ένα λιμάνι, τον αφιλόξενο πορθμό του Μαγγελάνου,

κάποιον ωκεανό,

το  Kuroshiwo, ή το ρεύµα της Μαδαγασκάρης,

δεν ήταν, για να γράψει

έστω νοερά μια καινούργια ρότα,

έμενε μετέωρο,

σε πλήρη αποστασία από το σώμα

ώσπου μελάνιαζε.

Ούτε μεθυστικά ονειροπολήματα πια,

ούτε προσδοκίες,

εκείνες τις χαραμάδες του χρόνου,

τις έκλεινε

πηχτή η σκουριά της λαμαρίνας.

 

Μόνο ένα χρέος,

αυτό, που ίσως ορίζει κάθε άνθρωπο

στα όρια της ευθύνης,

να φανεί αντάξιος του γενέθλιου τόπου,

να μην προδώσει

εκείνο το λιγοστό προγονικό χώμα,

τη μητρική γη της ελιάς,

αυτή, που τον είχε αναστήσει,

επίκαιρο όσο ποτέ, το χρέος,

στο εσωτερικό της δικής του ιστορίας,

κεφαλίδα χρυσή,

η τελευταία εντολή

στην περισυλλογή του.

 

Τό ’ξερε πως δεν ήταν με τη θέλησή του,

δεν είχε διαλέξει αυτός τον τρόπο

να ξοδέψει τη νιότη του

σε μπάρκα,

και ξένα λιμάνια

με σαπιοκάραβα νεκροφόρες,

ανάγκη ήταν, που τον είχε σπρώξει,

η φτώχεια, που τού ’γδερνε την ψυχή,

η ορφάνια, που του γύρεψε

να γίνει άντρας νωρίς.

 

Τώρα,

συλλάβιζε τις ρίζες της ύπαρξής του

στην ξασπρισμένη ξερολιθιά,

πότε πίνοντας ούζο,

καμιά φορά στρίβοντας τσιγάρο,

άλλοτε στοχαστικός

σημειώνοντας ανορθόγραφα,

παλιά συνήθεια,

στο χαρτόνι απ’ τα άδεια πακέτα,

στιχάκια, ονόματα,

ημερομηνίες

που δεν ήθελε να ξεχάσει.

 

Κοιτάζοντας

μέσα από τα φινιστρίνια της μνήμης

είχε ξεχάσει ν’ αντικρύσει το μέλλον

τις μέρες, έβλεπε κύματα,

τις νύχτες, λάμψεις πάνω στο μπρούτζο,

και στον ύπνο του,

στα καταγώγια του ονείρου

εξάντες, αστρολάβους,

ανεμοσούρια, απόνερα, ανεμολόγια,

διαβάθρες μερικές φορές,

αυτές που έσμιγαν τους κόσμους του,

όλα, στην ψυχή άπληστος νόστος.

 

Κοίταζε από ψηλά το φάρο,

φυλακισμένος μέσα στη σάρκα του,

ξεχώρισε τρεις μορφές,

μόνο τα ονόματα είχαν μείνει,

ονόματα, δίχως σώματα πια,

Αριάδνη, η μάνα του,

Φαίδρα, η αδερφή του,

Ερωφίλη…

όλη η αλμύρα κρεμάστηκε στα βλέφαρα.

Πώς, κι ως πότε να τις κρατούσε

ζωντανές,

μα πάλι, αν τις έσβηνε, αν τις άφηνε να χαθούν,

μήπως έτσι θα αραίωνε,

θα άδειαζε για πάντα ο κόσμος του.

 

Η Όστρια, είχε πάρει ν’ απλώνει

μ’ ένα κίνημα αθανασίας, στεριανές μυρωδιές,

κανέλλα, δυόσμος, γαρύφαλλο,

φρέσκο ζυμωτό ψωμί,

«βίος – πόντος», ψιθύρισε με παράπονο,

ξαναλογαριάζοντας

το αινιγματικό βάθος του κινδύνου,

εκείνο που είχε ορίσει τη ζωή και τη μοίρα του,

με τα νώτα στραμμένα,

πιστός στο τελευταίο χρέος

θα περίμενε,

ώσπου ο θάνατος, αύριο,

να τον καταστήσει αληθινό,

και ελεύθερο.