ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ
Ο ΤΖΩΝ ΚΗΤΣ (John Keats, 1795-1821) θεωρεῖται σήμερα ἕνας ἀπὸ τοὺς σημαντικότερους μὰ καὶ δημοϕιλέστερους ποιητὲς τῆς ἀγγλικῆς γλώσσας καὶ τῆς ἐποχῆς τοῦ εὐρωπαϊκοῦ Ρομαντισμοῦ. Καί, γιὰ πολλοὺς κριτικούς, ὑπερβαίνει τὰ ρομαντικὰ πλαίσια. ῾Ο Χάρολντ Μπλούμ, ἐπὶ παραδείγματι, τὸν θεωρεῖ «μόνο γνήσιο πρόδρομο μιᾶς ἰδιάζουσας μεταρομαντικῆς εὐαισθησίας» ἔτσι ὥστε ἡ ἐποχή μας νὰ προτιμᾶ ὁρισμέ[1]να ποιήματα τοῦ Κὴτς «ἀκόμα καὶ ἀπὸ τὶς καλύτερες στιγμὲς ἑνὸς Μπλαίηκ ἢ Οὐόρτζγουορθ ἢ Σέλλεϋ – ἴσως καὶ ἀπὸ ὅλη τὴν ἀγγλικὴ ποίηση μετὰ τὰ μέσα τοῦ 17ου αἰώνα». ῾Ο μᾶλλον διαϕορετικῶν ἀντιλήψεων Πὼλ ντὲ Μὰν διαπιστώνει καὶ αὐτὸς γιὰ τὸν Κὴτς ὅτι «ἀκολουθώντας μονοπάτια ἐντε[1]λῶς δικά του, συναντᾶ ἰδέες ποὺ θὰ διαμορϕώσουν τὴ μοίρα τοῦ 19ου καὶ τοῦ 20οῦ αἰώνα». Στὰ ἑλληνικά μας πράγματα, οἱ συμβατικοὶ ρομαντικοί μας δὲν τὸν εἶχαν πολυπροσέξει, ἀλλὰ στὰ 1892 ὁ νεαρὸς Καβάϕης σημείωνε γιὰ ἕνα ἀπὸ τὰ ἐκτενῆ ἀϕηγηματικά του ποιήματα ότι «εἶναι ἓν ἐκ τῶν ἀρίστων ἔργων τῆς ᾽Αγγλικῆς ποιήσεως. Εἶναι γραμμένον μὲ τὴν εὐκολίαν τὴ χαρακτηρίζουσα τὸν κάλαμον τοῦ ἀληθοῦς ποιητοῦ».
Καὶ μισὸν αἰώνα ἀργότερα, ὁ Σικελιανὸς ἔκλεινε μιὰ ὁμιλία του γιὰ τὸν ἀγαπημένο του «Γιάννη Κὴτς» ὑπογραμμίζοντας τὸ πώς, λίγο πρὶν πεθάνει, εἶχε αἰσθανθεῖ «τὸ δικαίωμα καὶ τὴ δύναμη νὰ γράψει τ’ ὄνομά του ἀπάνω στὴν αἰώνια τῆς με[1]ταβλητότητας ροή, μὲ τὴ βεβαιότητα πὼς ἡ ροὴ αὐτὴ δὲ θά᾽χε στὴν πραγματικότητα τὴ δύναμη ποτὲ νὰ τοῦ τὸ σβήσει».
Πόσο καὶ πῶς ἰσχύουν τέτοιες κρίσεις γιὰ τὴ δική μας γλώσσα, σήμερα, ἐδῶ; Τὸ ἔργο τοῦ Κὴτς γράϕτηκε ἀνάμεσα στὰ εἴκοσι καὶ τὰ εἴκοσι πέντε του χρόνια – πέθανε νεότατος. Στὸ διάστημα αὐτὸ δημοσίευσε ποιήματά του σὲ λογοτεχνικὰ περιοδικὰ καὶ συγκέντρωσε ὁρισμένα ἀπὸ αὐτὰ σὲ τρία βιβλία: Poems (Ποιή[1]ματα, 1817), Endymion: A Poetical Romance (Ε᾽ νδυμίων: Ποιη[1]τικὴ μυθιστορία, 1818) καὶ Lamia, Isabella, The Eve of St. Agnes, and Other Poems (Λάμια, Ι᾽ζαμπέλα, ῾Η παραμονὴ τῆς Αγίας Αγνῆς καὶ ἄλλα ποιήματα, 1820). Πολλὰ ἄλλα ποιήματά του ἔμειναν πρόχειρα γραμμένα σὲ σκόρπια ϕύλλα, σὲ περιθώρια βιβλίων ποὺ διάβαζε καί, κυρίως, σὲ ἐπιστολές, συχνὰ πολυ[1]σέλιδες, ποὺ ὁ Κὴτς ἔστελνε συστηματικά, κυρίως στὰ ἀδέρϕια, σὲ ϕίλους καὶ στὴν ἀγαπημένη του. Τὸ ἐν ζωῆ δημοσιευμένο μέρος τοῦ ἔργου εἶναι, λοιπόν, μικρὸ σὲ σχέση μὲ τὸ σύ[1]νολο ποὺ συλλέχθηκε βαθμιαῖα καὶ ἐκδόθηκε μετὰ θάνατον μὲ πρώτη τὴν ἔκδοση τοῦ 1848 ἀπὸ τὸν R.M. Milnes, Life, Let[1]ters and Literary Remains of John Keats (Βίος, ἐπιστολὲς καὶ λογοτεχνικὰ κατάλοιπα τοῦ Τζὼν Κήτς). ῾Ορισμένες διαϕορὲς ἀνάμεσα σὲ χειρόγραϕες καὶ δημοσιευμένες μορϕὲς ἔχουν ἀπασχολήσει πολὺ καὶ διερευνηθεῖ ϕιλολογικά.
Στὴν ἑλληνικὴ γλώσσα, ἔχουμε, ἀπὸ τὰ τέλη τοῦ 19ου αἰώ[1]να (ὅταν ὁ Καβάϕης δημοσιεύει σὲ ἑλληνόϕωνη ἐϕημερίδα τῆς ᾽Αλεξάνδρειας παρουσίαση καὶ μετάϕραση ἀποσπασμάτων τῆς «Λάμιας» μαζί μὲ τὸ σχόλιο ποὺ παραθέσαμε πιὸ πάνω), ἀπο[1]δόσεις ὁρισμένων ποιημάτων ἢ καὶ ἐπιστολῶν, διάσπαρτες σὲ λογοτεχνικὰ ἢ ϕιλολογικὰ περιοδικὰ ἢ συγκεντρωμένες σὲ ἐλά[1]χιστες αὐτόνομες ἐκδόσεις. Η ἀνὰ χεῖρας δίγλωσση ἔκδοση ἦταν πρόταση τοῦ Κώ[1]στα Δαρδανοῦ γιὰ τὴν ὁποία (μὰ καὶ γιὰ τὶς συζητήσεις ποὺ ἀκολούθησαν) τοῦ εἶμαι εὐγνώμων. Σκοπὸ ἔχει νὰ παρουσιά[1]σει μιὰ νέα ἔμμετρη μετάϕραση ἱκανοῦ ἀριθμοῦ ποιημάτων τοῦ Κὴτς ποὺ ἔχουν ἀναδειχθεῖ ἀπὸ τὴν κριτικὴ (ἢ καὶ θεωρήθη[1]καν ἀπὸ τὸν μεταϕραστή) ἰδιαίτερα ἐνδιαϕέροντα ἢ ἑλκυστι[1]κά, οὕτως ὥστε νὰ ἔχουμε συγκεντρωμένο ἕνα χαρακτηριστικὸ δεῖγμα τοῦ συνόλου.
῾Ο λόγος δὲν εἶναι μόνο τὸ ὅτι πρόκειται γιὰ ἕνα κεϕάλαιο τῆς νεότερης εὐρωπαϊκῆς λογοτεχνίας ποὺ ἡ νεοελληνική μας λογοτεχνικὴ παράδοση δὲν ἔχει προσεγγίσει ἐπαρκῶς. Εἶναι, κυρίως, ἡ αἴσθηση ὅτι, ὅπως ἀναπτύσσεται ἀναλυτικότερα στὸ «᾽Επίμετρο» τῆς παρούσας ἔκδοσης, ὁ Κτς ἔδωσε πολὺ ἰδιαί[1]τερη τροπὴ σὲ θέματα ἢ στάσεις ποὺ θεωροῦνται ρομαντικές ἀλλὰ ἀϕοροῦν τὴ νεότερη ποίηση, καὶ δὴ τὴ λυρική, στὸ σύνολὸ της· στὴν ἰδέα, γιὰ παράδειγμα, ὅτι πάντα ὑπάρχει κά[1]τι πού, ἀναπόδραστα ὑπολειπόμενο ἢ περίσσιο, κάνει τὶς ζωὲς τῶν ἀνθρώπων νὰ μὴ βολεύονται μὲ τὰ δεδομένα τῆς ἐποχῆς τους. Γιὰ τον Κήτς, δὲν πρόκειται γιὰ κάτι σπάνιο ἢ ἀνεύρε[1]το, ἀλλοτινὸ ἢ μελλούμενο, προνόμιο ξεχωριστῶν πνευμάτων ἢ ψυχῶν: εἶναι δυνατότητα ποὺ διέπει τὴν ἀνθρώπινη πραγ[1]ματικότητα, διαρκῶς καὶ πανταχοῦ ἰσχύουσα γιὰ τὸν καθένα. Κουκούτσι τῆς ἀνθρώπινης ὑπόστασης, ποὺ λιώνει καὶ ρέει μὲ τὸ κάθε ζωτικὸ κάλεσμα συγχρωτισμοῦ – κάτι σκέτα ἀνθρώ[1]πινο. Τὸ στοιχεῖο αὐτὸ ἀκούγεται καὶ στὸ πῶς ὁ Κὴτς χειρί[1]ζεται τὴν ποιητικὴ γλώσσα, τὴν τέχνη της καὶ τὴν τεχνική της – θυμίζοντάς μας ἐπίμονα ὅτι ἡ ποίηση βρίσκεται στὴν ἐντα[1]τικὰ ἐκϕραστικὴ σχέση ἤχου καὶ νοήματος, ἰδεῶν καὶ τρόπων. Κι ἔτσι ἡ ποίηση αὐτὴ συνιστᾶ ὡραία πρόκληση, κριτικὴ καὶ μεταϕραστική, γιὰ μιὰ ἐποχὴ πού, ὅπως ἡ δική μας, διερευνᾶ ἐκ νέου τὶς σχέσεις της μὲ τὴ λυρικὴ παράδοση. Φιλοδοξοῦμε νὰ δώσουμε μιὰ ἀρχικὴ ἀλλὰ ἀντιπροσωπευτικὴ εἰκόνα τοῦ ποιητικοῦ ἔργου τοῦ Κήτς. Τὸ βιβλίο ἔχει τὰ ἀκόλουθα μέρη:
– Τὸ βασικό του σῶμα μὲ τὰ πρωτότυπα ποιήματα καὶ τὴ μετάϕραση ἀντικριστά, τοὺς στίχους ἀριθμημένους σὲ αὐστηρὴ ἀντιστοίχιση.
– Σχόλια, μὲ στοιχεῖα κυρίως ἐκδοτικά (συγγραϕὴ καὶ πρώτη δημοσίευση), πραγματολογικὰ (διευκρινίσεις ἀπαραί[1]τητες γιὰ τὴν κατανόηση ἀναϕορῶν σὲ πρόσωπα καὶ πράγμα[1]τα) καὶ ϕιλολογικὰ (διαϕορετικὲς ἐκδοχὲς ἂν οἱ διαϕορὲς κρί[1]νονται σημαίνουσες καὶ δὴ γιὰ τὴ μετάϕραση) – σὺν ὁρισμέ[1]να ἑρμηνευτικοῦ καὶ μεταϕραστικοῦ ἐνδιαϕέροντος.
– ῾Ως ἐπίμετρο, μελέτημα ὅπου συζητοῦνται βασικὰ στοιχεῖα καὶ προβληματισμοὶ γιὰ τὴ ζωὴ καὶ τὸ ἔργο τοῦ Κήτς, γιὰ τὴν κριτικὴ ὑποδοχὴ καὶ ἀναγνώρισή του στὸ διεθνὲς καὶ στὸ ἑλληνικὸ πεδίο, γιὰ τὴ σημασία του γιὰ μᾶς σήμερα καί, τέλος, γιὰ τὴ μετάϕρασή του. Στὸ κείμενο αὐτὸ παραθέτου[1]με καὶ ἐκτεταμένα ἀποσπάσματα ἐπιστολῶν τοῦ Κὴτς ποὺ μεταϕράζονται καὶ αὐτὰ εἰδικὰ γιὰ τὴν παρούσα ἔκδοση.
– Τέλος, παρατίθενται στοιχεῖα βιβλιογραϕίας γιὰ τὸ ἔρ[1]γο τοῦ Κήτς, γιὰ μελέτες καὶ κριτικές του ἀποτιμήσεις κα[1]θὼς καὶ γιὰ προηγούμενες ἑλληνικές του μεταϕράσεις.
῾
Η σειρὰ παρουσίασης τῶν ποιημάτων γίνεται συνδυάζοντας δύο κριτήρια ὥστε νὰ διευκολυνθεῖ ὁ ἀναγνώστης ποὺ θὰ ἐπι[1]θυμοῦσε μία συστηματικὴ προσέγγιση τοῦ συνόλου: εἶδος καὶ χρονολογικὴ σειρὰ ὁλοκλήρωσης τῆς συγγραϕῆς. Τὸ βασικὸ σῶμα τῶν ποιημάτων χωρίζεται ἔτσι σὲ τρεῖς ἑνότητες:
– Ποιήματα μικρῆς ἔκτασης (σονέτα καὶ ἄλλα ποιήματα, σχετικὰ ὀλιγόστιχα, εἴκοσι δύο τὸν ἀριθμό). Τὰ περισσότερα εἶναι γραμμένα ἀπὸ τὶς ἀρχὲς τῆς ποιητικῆς δουλειᾶς τοῦ Κήτς, τὸ 1815, μέχρι τὸ 1819 (χρονιὰ ποὺ ὁ Κὴτς στρέϕει τὴν προ[1]σοχή του στὰ ἐκτενέστερα ποιήματα ποὺ θὰ συνθέσουν τὴν τελευταία συλλογὴ ποὺ ἐξέδωσε). Στὸ τέλος τῆς ἑνότητας το[1]ποθετοῦμε καὶ δύο μικρὰ κομμάτια ἀπὸ τοὺς τελευταίους μῆνες τῆς ζωῆς του, γραμμένα παράλληλα μὲ (ἢ καὶ μετὰ) τὰ πολύστιχα ποιήματα τῶν ἑπόμενων ἑνοτήτων μας. Τὰ τέσσερα πρῶτα ποιήματα τῆς ἑνότητας αὐτῆς δημοσιεύτηκαν ἀπὸ τὸν Κὴτς στὰ Poems τοῦ 1817. Τὰ δύο ἑπόμενα δημοσιεύτη[1]καν ἀπό τὸν ἴδιο μόνο σὲ περιοδικὰ καὶ τὰ ὑπόλοιπα ἦταν ἀδημοσίευτα ὅσο ζοῦσε. ῎Εχουμε ἔτσι συγκεντρωμένη, στὴν πρώτη αὐτὴ ἑνότητα, μιὰ εὔληπτη εἰκόνα τῆς συνολικῆς ἐξέλιξης τῆς ποιητικῆς τοῦ Κὴτς σὲ όλιγόστιχες ϕόρμες – ποὺ δείχνει καὶ τὴ βαθμιαία ἀπομάκρυνσή του ἀπὸ κοινοὺς τόπους τοῦ ποιητικοῦ κύκλου τῶν ρομαντικῶν ποιητῶν μὲ τοὺς ὁποίους συνδέθηκε.
– Λυρικὰ ποιήματα μέσης ἔκτασης, ὅλα γραμμένα στὴ διάρ[1]κεια τῆς ἐκπληκτικὰ παραγωγικῆς χρονιᾶς τοῦ 1819. ᾽Εδῶ ἔχου[1]με τὴν πολὺ γνωστὴ μπαλάντα «La Belle Dame sans Merci» (δημοσιευμένη ἀπό τὸν ποιητὴ μόνο σὲ περιοδικό) καί, στὴ συ[1]νέχεια, ἑπτὰ συνθέσεις ποὺ ἀκολούθησαν καὶ θὰ μποροῦσαν ὅλες νὰ χαρακτηριστοῦν ὠδές. Πέντε ἀπὸ τὶς ὠδὲς αὐτὲς δη[1]μοσίευσε ὁ Κὴτς στὴν τρίτη συλλογὴ ποὺ ἐξέδωσε τὸ 1820 καὶ τὶς παρουσιάζουμε μὲ τὴ σειρὰ ποὺ ἔχουν στὴν ἔκδοση ἐκείνη: «᾽Ωδὴ σὲ ἀηδόνι», «᾽Ωδὴ γιὰ μιὰ ὑδρία ἑλληνική», «᾽Ωδὴ στὴν Ψυχή», «Στὸ ϕθινόπωρο» «᾽Ωδὴ γιὰ τὴ μελαγχολία».
Οἱ ὑπόλοιπες ἦταν ἄδημοσίευτες ἀπὸ τὸν ἴδιο. ῎Εχουμε ἔτσι συγκεντρωμένο τὸ ἀποτέλεσμα μιᾶς συνειδητῆς στροϕῆς ποὺ ἐπιχειρεῖ ὁ Κὴτς ἀπὸ πλευρᾶς στιχουργικῆς ἀλλὰ καὶ ποιη[1]τικῆς γενικότερα.
– ῾Η Πτώση τοῦ ῾Υπερίωνα, ποίημα ἐπικολυρικῶν τόνων, γραμμένο καὶ αὐτὸ τὸ 1819 (λίγο πρὶν ἀπὸ τὶς τελευταῖες ὠδές) καὶ ἀδημοσίευτο ἀπό τὸν ποιητή. ᾽Εκϕράζει τὴν κατεύθυνση ποὺ πῆραν οἱ δρόμοι τῶν ἐκτενέστερων ἀϕηγηματικῶν συν[1]θέσεων τοῦ Κήτς – καὶ ἴσως ἐνδιαϕέρει κυρίως ἐκείνους ποὺ θὰ ἤθελαν νὰ ἐντρυϕήσουν περισσότερο σὲ περιοχὲς μᾶλλον δύσβατες πλέον. […]
******************************************************************************
[Α, ΜΟΝΑξΙΑ! ΜΑΖΙ ΣΟΥ ΑΝ ΕΧΩ ΝΑ ΖΩ]
῎Α, Μοναξιά! μαζί σου ἂν ἔχω νὰ ζῶ,
θέλω νὰ εἶναι ἀπὸ τὸ συμϕυρμὸ μακριὰ
χτισμάτων ἄχαρων· ἔλα, στ ᾽ ἀπόκρημνα –
τῆς ϕύσης ἄκρα – πᾶμε, τὸ ἀσύνορο
κοιλάδων, κορϕῶν, ποταμῶν ὅλο ἁπλωτὸ
νὰ δοῦμε πέρα· ἡ ἀγρυπνία μας σὲ γλυκιὰ
νὰ ϕωλιάζει σκιά, νὰ πηδάει ἄξαϕνα
τὸ ἐλάϕι, νὰ σκιρτάει μέλισσα στὸν ἀνθό.
῞Ομως, κι ἂν ἀγναντέματα τέτοια μ᾽ ἐσὲ
τὰ χαίρομαι, διψῶ ψυχῆς ἀπόλαυση
ποὺ δίνει μιὰ συνομιλία ϕιλική,
μὲ λέξεις ποὺ τὶς σκέψεις σχηματίζουνε·
εἶναι χαρά, θαρρῶ, τοῦ ἀνθρώπου πάμπρωτη,
στὰ μέρη σου μαζὶ ψυχὲς νὰ χάνουνται.
******************
ΣΤΟΝ ΤΖΩΡΤΖ, ΤΟΝ ΑΔΕΡΦΟ ΜΟΥ
καὶ στὸν Μανόλη, τοῦ μεταϕραστῆ
Τὰ θάματα ποὺ ἀντίκρισα καὶ σήμερα, πολλά:
ὁ ἥλιος ποὺ τὰ δάκρυα στέγνωσε μὲ ϕιλί,
σὰν κύλαγαν στὰ μάτια τῆς αὐγῆς – τὰ μέτωπα
ποὺ δάϕνη στεϕανώνει, ὥρα χρυσοϕτέρουγη –
τὸ πέλαο μὲ τὸ ἀχανές, γαλανό του βαθύ,
καράβια, βράχια καὶ σπηλιὲς καὶ ϕόβοι κι ὄνειρα –
καὶ μιὰ ϕωνὴ πού, ὅποτε ἀκουστεῖ, ἀλλόκοτη
λέει ὅλα τὰ μελλούμενα, τὰ τώρα, τὰ παλιά.
Κι ὅσο, ἀδερϕέ μου, ἐγὼ γιὰ σὲ τὸ στίχο γράϕω αὐτό,
κρυμμένη στὰ μεταξωτὰ ἡ Κυνθία κρυϕοκοιτάει
καὶ σέρνει ϕευγαλέο, λές, χορὸ γαμήλιο,
νυχτερινό, καὶ μὲ χαρὲς ἀνέγνωρες μεθάει.
Μὰ δίχως τὶς ϕιλέταιρες δικές σου θύμησες,
τί θά ᾽ταν τόσοι οὐρανοί, τί τόσες θάλασσες;
**************
ΠΡΩΤΟΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟΝ ΟΜΗΡΟ ΤΟΥ ΤΣΑΠΜΑΝ
Πολὺ ἔχω ταξιδέψει σὲ χῶρες ὁλόχρυσες
καὶ ἄστεα καὶ τὸ νοῦ πολλῶν ἀνθρώπων ἔχω δεῖ·
πελάγισα στὰ δυτικὰ νησιώτικες ἀκτὲς
ποὺ κατοικοῦν βάρδοι, πιστοὶ τοῦ Φοίβου ἀκόλουθοι.
Κι ἔλεγαν γιὰ μιὰν ἁπλωσιὰ ἱστορίες πάμπολλες –
τοῦ βαθυμέτωπου ῞Ομηρου ἀπόλυτη νομή·
μὰ δὲν ἀνάσανα τὶς γαληνότατές του πνοές,
παρὰ ὅταν ἄρρηκτη ἄκουσα τοῦ Τσάπμαν τὴ ϕωνή:
κι ἔνιωσα σὰν νυχτερινῶν ἀστερισμῶν θεωρός,
ποὺ νέος πλανήτης στὰ οὐράνια του ξάϕνου κυλᾶ·
ἢ ρωμαλέος Κορτὲς ποὺ ἴδιος θαλασσαετὸς
ξάνοιγε τὸν Εἰρηνικό – οἱ ἄντρες του βλέμματα
μιᾶς ἀπορίας ἄγριας – ὀρθὸς αὐτός, βουβὸς
σὲ μιὰ κορϕὴ στοῦ Δαριὲν τὸ πέρασμα, ψηλά.
*******************************************************************************
Στοχαστικός ή αλαφροΐσκιωτος; Ανθρωπιστής ή ηδονιστής; Μελαγχολικός ή ευφρόσυνος; Ερωτήματα σαν αυτά προβλημάτισαν πολύ τους κριτικούς της ποίησης των Τζων Κητς που πέθανε νεότατος αλλά έχει αναδειχθεί σε κορυφαίο εκπρόσωπο του Ρομαντισμού. Ο Χάρολντ Μπλουμ τον έχει μάλιστα χαρακτηρίσει “πρόδρομο μιας ιδιάζουσας μεταρομαντικής ευαισθησίας”. Τον έχουν εξυμνήσει ποιητές μας όπως ο Καβάφης και, κυρίως, ο Σικελιανός – αλλά τον γνωρίζουμε μάλλον λιγότερο από ό,τι τον Μπάυρον ή τον Σέλλεϋ, περίπου συνομηλίκους του.
Τι σημαίνει όμως σήμερα για μας, για τη λυρική μας φωνή, μια ποίηση σαν του Κητς; Η παρούσα έκδοση επιδιώκει να θέσει εκ νέου το ζήτημα της αλλόκοτης δύναμής της. Για τον σκοπό αυτό ανθολογείται ένας μεγάλος αριθμός ποιημάτων αντιπροσωπευτικός του εύρους των θεμάτων και των μορφών της – μεταξύ των οποίων χαρακτηριστικά σονέτα, οι περίφημες ωδές και η επικολυρική “Πτώση του Υπερίωνα”. Η μετάφραση δίνει απόλυτη προσοχή στην υλική υπόσταση του ποιητικού λόγου, δηλαδή στους στιχουργικούς τρόπους, με βασική αρχή ότι η ποίηση αυτή απαγγέλλεται. Τα αναλυτικά σχόλια ενδεχομένως βοηθούν τον αναγνώστη. Το επίμετρο θυμίζει και ξανασκέφτεται τα ζητούμενα.









