ΠΕΖΟΔΡΟΜΙΟ

Πεζοδρόμιο και νύχτα.
Στητός, περήφανος,
έκανε τη βραδινή τουαλέτα του

Καθρέφτης εγώ.

Περιποιόταν το πρόσωπό του
Έστρωνε τα μαλλιά του
Τίναζε το παντελόνι του.
ενώ
Τα μάτια μου
Τύπωναν
αντίγραφό του.

Στην κώχη της βαριάς, κλειστής, εισόδου,
Κουβέρτα κάτω
Κουβέρτα πάνω,
Κουκουλωμένον μ’ αυτές
τον έβρισκε ο ύπνος
απ’ όταν
ολομόναχος
κατηφόριζε το νυχτόημερο

Μόνο τότε παραδινόταν
με την πλάτη στο δρόμο
και στα αυτοκίνητα
που
τρέχοντας σύρριζα  στα στρωσίδια του,
δεν τον πήραν
ούτε μια φορά
μαζί τους

ΕΠΕΜΒΑΣΗ

Σκέφτηκα ότι το πλησιάζω.
Ούτε εικόνα, ούτε οσμή,
Γνώση καμιά,
ούτε καν
αγνωσία
Τα μέτρα με κύλησαν σπρωχτά
πάνω στα πλακάκια.
Οριζόντια.

Άχρωμος ο διάδρομος
-Το άσπρο δεν είναι χρώμα-
Πόρτες δεξιά κι αριστερά που
έφευγαν  πίσω Κι άλλες πόρτες όροφοι Σιωπή και
πηχτός αέρας

Έφτασα.
Για τρεις ολόκληρες ώρες.
Ναι,
Τρεις.
–  Όχι, δεν ανέβηκα στο ταβάνι –

Τι να πω;
Δεν ξέρω,
Το διαπέρασα
ή
με  διαπέρασε
Εκείνο;

Παλμοί. Κραδασμοί
Μουσική του χάους…
Κι  έγινα
– όπως ήμουν πριν,
μέρος του ακατανόητου.

Να μ’ ακούς,
τ’ ακούς;
Τα ημερολόγια ξεφυλλίζονται

Εις μάτην

ΚΑΛΗΜΕΕΡΑΑΑ

Μην έρχεσαι άλλο
Τις άδειες μέρες μου
Τις γεμίζει η απουσία

Δεν υπάρχει χώρος
Δεν έχω όπλα
Τα κατέθεσα και στέκονται
ακουμπισμένα στην
παραίτηση.

Φτάνει.
Δεν έχω άλλο να πω
Δεν έχω πόρτα να χτυπήσω

Φύγε.

Αύριο θα ανοίξω τα παράθυρα
Θα φωνάξω
Καλη μέ ε ρ α α α

Κι όπου πάει.
***

Θεέ μου,
πόσα αμέτρητα της ζωής
χωράει
ανυπαρξία!

***

Κάθε μέρα το παρακολουθώ.
Το απέναντι τζάμι άσπρισε.
Χαμογελαστό, με κυματιστά,
καστανά μαλλιά
ανοιγόκλεινε τα πρώτα χρόνια.

Λίγο λίγο γκριζάρισε
και τώρα
Σκυμμένο,
κατάλευκο πια,
Όλο κάνει πως πλέκει,
Πως διαβάζει,
αποζητώντας τις κάλτσες του ήλιου
μόνο.

Μετράει όμως  τις ρονιές της βροχής
όταν ποτίζει τις
Σκιές

Μήπως κι ανθίσουν πάλι.