Δειλινά

Στην μεγάλη γλάστρα φύτρωσαν λίγα δειλινά. Ό,τι έμεινε να θυμίζει τα φουντωμένα εκείνα στην αυλή, συχνή κρυψώνα στα παιδικά παιχνίδια.

Πρέπει στο τέλος του φθινοπώρου να κοπούν, γιατί αλλιώς σαπίζουν μέχρι τη ρίζα.

Ύστερα, μόνο από τους σπόρους υπάρχει ελπίδα για τη νέα χρονιά.

Ριζώνουν στριμωγμένα, δυό-τρία μαζί, στην άκρη, σπάνια στο κέντρο, ακόμα κι αν τα’χει κανείς τακτικά τοποθετήσει.

Ούτε υπάρχει εγγύηση για το χρώμα τους – καιρό προσπαθούσα να φυτέψω κατάλευκα… Στο τέλος, έβγαιναν όλα με κόκκινες ρίγες η κηλίδες .

Σκέφτομαι ότι, όσο κι αν τους έχω αδυναμία, καλό είναι να μην προσδοκώ πολλά. Και να’χω το κουράγιο, όταν φυτοζωούν στο κρύο και τις βροχές, να τα κόβω έγκαιρα. Είναι κι αυτό μιά άσκηση για τα υπόλοιπα.

Μιά γλυσίνα

«Αναγκάστηκα να την κόψω», άκουσα να λέει απ’ το τηλέφωνο ο πρώην συγκάτοικος. Τη χρονιά που έφυγες, την είχα παρακλαδέψει, γιατί είχε φτάσει μέχρι πάνω, σκεπάζοντας το παράθυρο του πρώτου ορόφου. Από τότε ξεράθηκε σιγά-σιγά.
Περίεργο ν’ απλωθεί και να ψηλώσει τόσο, αυτή που’ χε μεγαλώσει σε δυό πιθαμές χώμα, ένα παρτεράκι στην άκρη του πλακόστρωτου. Περίεργο, φιλόδοξο κι επισφαλές.
«Στεναχωρέθηκα που την έκοψα, γιατί την είχες φυτέψει εσύ.»

Το Δεντρολίβανο

Δώρο της Αφροδίτης, λέει στην εγκυκλοπαίδεια. «Δεντρολίβανο για θυμητικό», σε μιά παλιά μετάφραση. Ποτέ δεν κατάλαβα γιατί δε μου ‘χει κρατήσει ούτε ένα. Έχει τη φήμη ανθεκτικού φυτού. Ούτε θέλει πολύ πότισμα η φροντίδα.
Όσες φορές είχα σε γλαστράκι, μόνο στην κορφή φαινόταν ζωντανό, μετά από λίγο. Κι ας την έκοβα, όπως με συμβούλευαν, δε μου ‘κανε τη χάρη να ξαναπρασινίσει χαμηλά.
Δεντρολίβανο για θυμητικό. Ίσως να μην είναι τυχαίο, που μου ξεραίνεται εύκολα.

Φιλάδελφος

“Τί σ’ αρέσει απ’ αυτό;”, απορούσε η συνταξιούχος από την άλλη μεριά του φράχτη, σκύβοντας να κλαδέψει γερά τον θάμνο ανάμεσα μας, όπως κάθε φθινόπωρο. “Ξέρει ν’ ανθίζει μόνο δυό-τρεις βδομάδες κι όλον τον υπόλοιπο καιρό, θυμίζει βέργες για το τζάκι.”
Παράξενη γυναίκα. Στο τέλος του καλοκαιριού πετούσε ένα σωρό φυτά και του χρόνου έπαιρνε νέα. Είχε κι αυτό τη σοφία του, όπως κατάλαβα αργότερα.
Βρίσκω την ευωδιά του μεθυστική, της είπα. Στη χώρα μου λουλουδιάζει νωρίτερα, γύρω στον Μάη. Το λέμε και σύριγγα η ψευδολεμονιά. Μα κι εκεί mock orange είχα ακούσει συχνά να το λένε.
Όπως πολλά, που καμώνονται κάτι άλλο, σε μεθάει, κρατάει λίγο και σ’ αφήνει μ’ ένα μάτσο κούτσουρα.

Ροδάκινα

Την μοναδική ροδακινιά στο κτήμα, πολλές φορές έχω μπει στον πειρασμό να την κόψω. Αραιές πια οι επισκέψεις μου και με τις συχνές της αρρώστιες, λίγες φορές τη φχαριστιέμαι.
Τελευταία, σχεδον κάθε καλοκαίρι, τα φρούτα είναι ελάχιστα και γεμάτα πιτσιλιές. Όχι όπως παλιά, που τα ροδάκινα της ήταν όμορφα, χνουδωτά και θύμιζαν ηλιοκαμένη, ξανθή σάρκα.
Μ’ ακόμη και στις κακές σοδειές, το άρωμα παραμένει το ίδιο, πιστή ανάμνηση στο πρώτο δάγκωμα. Γι αυτό και την αφήνω κι εγώ, αν και σπάνια μαζεύω καρπό.
Να κόψω ολόκληρο δεντράκι για μερικές πιτσιλιές;

Passiflora Caerulea

Η επιστροφή στο Βορρά πολύωρη και γνωστή: Αεροδρόμιο, σιδηροδρομικός σταθμός, ξανά το τοπικό τρενάκι, που διασχίζει, αργά, τα εύφορα χωράφια. Σαν να μην πέρασαν δυό χρόνια.
Δίπλα στην αυλόπορτα, η ρολογιά που’χα φυτέψει, στέκει σε ταπεινό καλωσόρισμα: Ένα ρολόι, που μόλις είχε ανοίξει. Δεν είχε άλλο. Φέτος, λέει, έβγαλε πολύ λίγα. Πέρσι, όσο έλειπα, κανένα.
Πασιφλόρα: λουλούδι του πάθους. Τι δουλειά είχε σ’ αυτή την ήρεμη κοιλάδα;
Φταίω κι εγώ, που δε φρόντισα να προσθέσω άμμο, στα μέρη αυτά το χώμα είναι βαρύ και στραγγίζει δύσκολα. Ένα- δυό φορές, παραλίγο να μου σαπίσει απ’ τη βροχή.
Τα πρώτα καλοκαίρια έδειχνε να΄χει πάρει τα πάνω της, αν και τα λουλούδια μου φαίνονταν μικρότερα απ’ αυτά, που ήξερα.
Αύριο λέω να την ξεριζώσω. Να μην παιδεύεται.
Ας μην χτυπάει αυτό το μοναχικό ρολόι τις ώρες της επιστροφής,
της απόστασης,
της απουσίας.
Ας φυτέψω κάτι ντόπιο, τόσο καιρό, μάταια πάλευα να αλλάξω το τοπίο. Ίσως ένα απ’ αυτά τα αναρριχώμενα με τα μεγάλα, άοσμα άνθη.
Κάτι, που ν’ ανήκει εδώ. Αυτό, τουλάχιστον.