— Δάσκαλε τι να διαβάσουμε για να γίνουμε σοφοί, όπως εσύ;

— Τους Έλληνες κλασικούς.

— Και όταν τελειώσουμε τους Έλληνες κλασικούς,

τι να διαβάσουμε;

— Πάλι τους Έλληνες κλασικούς.

 

Διάλογος του Γκαίτε με τους μαθητές του

 

Αισχύλος, Σοφοκλής, Ευριπίδης. Οι μεγάλοι τραγικοί. Ανυπέρβλητα δραματικά κείμενα. Αρχιτεκτονικά δομημένα. Πρότυπα δημιουργικότητας και δημιουργικής Γραφής. Γιατί; Γιατί το να έχεις εφεύρει την τραγωδία αποτελεί σπουδαίο τίτλο τιμής, σύμφωνα με την J. de Romilly και αυτός ο τίτλος τιμής ανήκει στους Έλληνες. Γιατί; Γιατί όπως χαρακτηριστικά αναφέρει «κατά βάθος, υπάρχει κάτι γοητευτικό στην επιτυχία που γνώρισε αυτό το είδος. Διότι ακόμα και σήμερα γράφονται τραγωδίες, είκοσι πέντε αιώνες μετά, και γράφονται σχεδόν σε όλο τον κόσμο, που επιπλέον, συνεχίζει κατά διαστήματα να δανείζεται από τους Έλληνες τα θέματα και τους ήρωές τους: γράφονται Ηλέκτρες και Αντιγόνες. Η ακτινοβολία της ελληνικής τραγωδίας στηρίζεται στην ευρύτητα της σημαντικής της, στον πλούτο της σκέψης που οι συγγραφείς μπόρεσαν να συνδέσουν με αυτήν. Με τη γλώσσα των συγκινήσεων που είναι άμεσα προσιτή, παρουσιάζει τον στοχασμό για τον άνθρωπο. Με σημείο αναφοράς τον Αριστοτελικό ορισμό της εμπεριέχει τον μύθο, τα δρώντα πρόσωπα, τη σκηνική διάταξη, το ήθος των τραγικών ηρώων, τις συγκρούσεις και τα αδιέξοδα, τα αιώνια υπαρξιακά ανθρώπινα προβλήματα και ως μίμησις πράξεως μας προκαλεί και μας προσκαλεί να εισέλθουμε στον κόσμο της και να τον βιώσουμε ως δικό μας κόσμο, ανιχνεύοντας τον ίδιο μας τον εαυτό. Είναι λογοτεχνικό έργο που περνά μηνύματα και προβληματισμούς και ταυτόχρονα θεατρικό κείμενο που έρχεται σε επικοινωνία και διάλογο με τον αναγνώστη-θεατή μέσα από τον λόγο των ηθοποιών, τα τραγούδια του χορού, την ενδυμασία, την κίνηση, τις εικόνες με στόχο τη συμμετοχή του κοινού, τη δράση και την καθαρτήρια λειτουργία της μέθεξης. Ο Αριστοτέλης αποδίδει τη γένεση της τραγωδίας σε μια αυτοσχεδιαστική έξοδο από τη μορφή του λατρευτικού διθυράμβου, με πρωτοβουλία «των εξαρχόντων τον διθύραμβον» (Ποιητική, 4, 1449a, 10-12). Συμφωνώντας η σύγχρονη έρευνα πως αποφασιστική στιγμή για τη δημιουργία της τραγωδίας είναι η πρωτοβουλία του εξάρχοντος να αυτοσχεδιάσει αντιπαρατιθέμενος στην χορική ωδή, θεωρεί σημαντικό το διαλογικό στοιχείο, που αποτελεί ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά του δραματικού τρόπου.

Eκτός από την ερμηνεία του ονόματος της τραγωδίας στον Αριστοτέλη οφείλουμε και την περιγραφή της ιδιαίτερης φύσης της και των χαρακτηριστικών της. Έτσι, σύμφωνα με τον ορισμό του στην Ποιητική (6, 1449α, 1-4) η τραγωδία είναι «μίμησις πράξεως σπουδαίας καὶ τελείας μέγεθος ἐχούσης, ἡδυσμένῳ λόγῳ χωρὶς ἑκάστῳ τῶν εἰδῶν ἐν τοῖς μορίοις, δρώντων καὶ οὐ δι᾽ ἀπαγγελίας, δι᾽ ἐλέου καὶ φόβου περαίνουσα τὴν τῶν τοιούτων παθημάτων κάθαρσιν». Πρόκειται, δηλαδή, για απομίμηση μιας σοβαρής πράξης, με αξιόλογο περιεχόμενο. Είναι αναπαράσταση της πραγματικότητας, όχι όμως πιστή, αλλά δημιουργική κι ελεύθερη, με τάση εξιδανίκευσης. Ο χαρακτηρισμός τέλεια δηλώνει ότι η υπόθεση της τραγωδίας έχει αρχή, μέση και τέλος, ενώ το μέγεθός της έχει τέτοια έκταση, ώστε να μπορεί ο θεατής να έχει σαφή αντίληψη και του συνολικού έργου και του επι- μέρους. Άλλωστε η μίμηση γίνεται με λόγο ηδυσμένο, που έχει δηλαδή ρυθμό, μελωδία κι αρμονία. Όμως τα στοιχεία αυτά δεν διασκορπίζονται με τον ίδιο τρόπο σε όλο το έργο, αλλά όπου ταιριάζει το καθένα. Χαρακτηριστικό γνώρισμα της τραγωδίας είναι η δράση και αναφέρεται στην κίνηση των προσώπων. Οι υποκριτές δεν απαγγέλλουν απλά, αλλά μιμούνται τους ήρωες του έργου, τους οποίους υποδύονται. Η δράση διακρίνεται σε εσωτερική και εξωτερική. Η εσωτερική συνίσταται στην ψυχική κίνηση των προσώπων, στην αντιθετική κίνηση των παθών, των συναισθημάτων και πιο πολύ στη σύγκρουση των προσώπων και στην πάλη των ιδεών, ενώ η εξωτερική είναι η δράση της εισόδου και εξόδου των προσώπων από τη σκηνή.

Αισχύλου Ικέτιδες. Φωτ. Κέντρο Αρχαίου Δράματος, Επίδαυρος.

Σκηνοθεσία Σ. Ντουφεξής, 1994. Προσωπεία Θάνος Βόβολης.

Σκοπός της τραγωδίας είναι να οδηγήσει τον θεατή, μέσα από τον έλεο και τον φόβο, (Ποιητική, 14, 1453b, 5-10) στην κάθαρση, έναν όρο δύσκολο που έχει απασχολήσει για αιώνες τους ερμηνευτές. Κατά τον Αριστοτέλη, ο φόβος και ο έλεος –συμπάθεια–, αποτελούν την αρμόζουσα ηδονή που προκαλεί η τραγωδία. Η ηδονή αυτή είναι βαθύτερη και πιο ουσιαστική από την ηδονή που προσφέρουν τα άλλα είδη της λογοτεχνίας, γιατί προέρχεται από ένα είδος τέχνης τόσο σύνθετο και ζωντανό και κυρίως από την πρόκληση του φόβου και του ελέους. Ο θεατής συμμετέχει λογικά και συναισθηματικά στα δρώμενα. Ανησυχεί για την τύχη του τραγικού ήρωα και για τους κινδύνους στους οποίους είναι εκτεθειμένος και νιώθει συμπόνια γι’ αυτόν και τα βάσανά του. Η διατάραξη της κοσμικής ισορροπίας από την «υβριστική» συμπεριφορά του ήρωα, που επιφέρει, στη συνέχεια την άτη των θεών και την αναπόδραστη νέμεση που τιμωρεί τον υβριστή και αποκαθιστά την ομαλότητα είναι ένα από τα βασικά στοιχεία του τραγικού μύθου. Παράλληλα, έκδηλη είναι και η προδιαγεγραμμένη πορεία του ήρωα που, αν και δέσμιος της μοίρας αρνείται ή αδυνατεί να ξεφύγει από αυτήν, δεχόμενος τις συνέπειες πράξεων που –συνήθως– άλλοι διέπραξαν στο παρελθόν ερήμην του. Έτσι, ο ήρωας αναξιοπαθεί και τα σωματικά του παθήματα, τα πάθη του, διεγείρουν στον θεατή ισχυρά συναισθήματα φόβου και ελέους, καθώς είναι πολύ πιο οδυνηρά, από όσο αντέχει το αίσθημα δικαιοσύνης του ίδιου. Η σύγκρουση με τη Μοίρα και η συντριβή του ήρωα είναι αναπόφευκτη και τότε έρχεται η κάθαρση, καθώς οι θεατές ανακουφίζονται και ηρεμούν ψυχικά, γιατί διαπιστώνουν είτε την ηθική νίκη του τραγικού ήρωα ή την αποκατάσταση της ηθικής τάξης. Η διαδικασία αυτή, άλλοτε φανερή και άλλοτε λανθάνουσα, οδηγεί τον συγγραφέα σε μια μυθοπλαστική παρέμβαση στα δεδομένα του θέματος. «Ζητούμενο σ’ αυτή τη διαδικασία δεν είναι τόσο η αλήθεια, όσο η αληθοφάνεια, δεν είναι η αντικειμενικότητα, αλλά οι συνέπειες που αυτή προκαλεί στη συνείδηση του θεατή, μέσα από τη βιωματική της απόδοση από τους ηθοποιούς στη σκηνή. Γιατί, «πηγαίνουμε στο θέατρο ή βλέπουμε θεατρικές παραστάσεις, διότι μας δίνουν ευχαρίστηση, μια απόδραση από τη ρουτίνα, την απόλαυση να ξεδιπλώνουμε τον μύθο, να συνδεόμαστε με τους χαρακτήρες και να εμπλεκόμαστε συναισθηματικά μαζί τους». Η επισήμανση αυτή, μεταξύ άλλων, οδηγεί σε ένα από τα βασικά στοιχεία του δράματος που είναι ο μύθος, η πλοκή, και ο τρόπος που αυτός εκτυλίσσεται, εξελίσσεται, ξετυλίγεται. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι βλέποντας μια παράσταση η πρώτη σκέψη και ταυτόχρονα ερώτηση που μας έρχεται αυθόρμητα στο μυαλό είναι: «Και τι θα γίνει μετά…;».

Και κάπου εδώ σε αυτό το σημείο βρίσκεται και το σημείο σύγκλισης με τη Δημιουργική Γραφή αρχικά ως τέχνη και τεχνικήαλλά και ως κάθαρση. «Η «Δημιουργική Γραφή» ως όρος αποτελεί στην ουσία μια τυπική μετάφραση ξενόγλωσσων όρων «creative writing», «ecriture creative». Ο όρος χρησιμοποιείται σήμερα με διττή σημασία, καθώς υπονοεί την ικανότητα να ελέγχει και να δαμάζει κανείς τις δημιουργικές σκέψεις, μετατρέποντάς τες σε γραφή αλλά «εμπεριέχει στην ευρεία του σημασία και το σύνολο των διάφορων εκπαιδευτικών πρακτικών και τεχνικών που στοχεύουν στην κατάκτηση συγγραφικών (λογοτεχνικών) δεξιοτήτων». Παράλληλα, παραπέμπει σε διφορούμενα νοήματα και «κατ’ εξοχήν υπαίτιο για το αμφιλεγόμενο νόημα αποτελεί το δεύτερο συνθετικό του όρου «δημιουργικός» με τις πολλαπλές, διαφορετικές και ομιχλώδεις ερμηνείες που έχουν κατά καιρούς αποδοθεί  στην έννοια της δημιουργικότητας». Οι παράγοντες που εμπλέκονται στη διαδικασία της δημιουργικής γραφής είναι το γλωσσικό πρόβλημα- ερέθισμα, ο δημιουργικός συγγραφέας, η δημιουργική διαδικασία και τα στάδιά της και το δημιουργικό αποτέλεσμα- κείμενο.

Πρόκειται, ως εκ τούτου για τέχνη και τεχνική του γράφειν, καθώς η δημιουργικότητα είναι μια διαδικασία και όχι απαραίτητα ένα εγγενές χαρακτηριστικό, είναι ταλέντο και τελικά, είμαστε πιο δημιουργικοί απ’ όσο γνωρίζουμε και απ’ όσο πιστεύουμε ότι είμαστε. Η δημιουργική γραφή είναι «ένα παιχνίδι και πειραματισμός με τη συγγραφή». Χαρακτήρες, Σκηνικό, Πλοκή, Συγκρούσες, Κορύφωση, Τραγικές Ειρωνείες, Λύση του δράματος, ή μήπως το ίδιο το δράμα; Αυτό είναι και το απόσταγμα της δημιουργικής πνοής, της δημιουργικής σκέψης, το αποτύπωμα σε ένα δημιουργικό κείμενο εμπνευσμένο από το συγγραφικό δαιμόνιο με όρους ρητορικής γραφής και δραματικής τεχνικής, έτσι όπως αυτοί έχουν αναδειχθεί από την Αριστοτελική πλοκή. Χαρακτήρες διπλανής πόρτας ή ως κειμενικές κατασκευές, άλλες φορές ανοικτοί στην αναγνωστική ανταπόκριση, δυναμικοί και σφαιρικοί, άλλες φορές πάλι στατικοί και επίπεδοι με καταλυτικό ρόλο στην εξέλιξη της υπόθεσης ενσαρκώνουν «τραγικούς ήρωες» επενδύοντας την πλοκή με ηθικές αξίες και συναισθήματα, ενώ ως πρόσωπα προκαλούν την ενσυναισθητική ταύτιση του αναγνώστη. Οι τροπές της πλοκής αποκτούν νόημα μόνο μέσα από τις ενέργειες, τη δράση και την οπτική γωνία των χαρακτήρων, οι οποίοι «συγκρούονται» μέσα από διλήμματα και εσωτερικές δυσαρμονίες και αναταραχές. Αυτές οι συγκρούσεις είναι η ουσία της δραματικής στιγμής δίνοντας στον συγγραφέα την ευκαιρία να ξετυλίξει την ιστορία του αξιοποιώντας τις υφολογικές στρατηγικές σύγκρουσης και τις κατάλληλες γλωσσικές επιλογές ώστε να διατηρήσει αμείωτο το αναγνωστικό ενδιαφέρον και να οδηγήσει στην κορύφωση και κατ’ επέκταση στην «κάθαρση» για να μιλήσουμε με όρους δραματικής αριστοτελικής αρχιτεκτονικής. Κάθαρση για τον ήρωα, κάθαρση για τον αναγνώστη αλλά κάθαρση και για τον συγγραφέα καθώς η δημιουργική γραφή είναι και μια μορφή ψυχικής εκτόνωσης, εσωτερικής λύτρωσης και ψυχικής απελευθέρωσης. Το γράψιμο είναι ένα απολαυστικό ταξίδι για μικρούς και μεγάλους και η επιβράβευση έρχεται μέσω της διαδικασίας και της ελευθερίας- ευφορίας που αυτή δημιουργεί. Η γραφή ενός ποιήματος ή μερικών στίχων ή ακόμη μιας λογοτεχνικής αφήγησης βραχείας ή ευρείας φόρμας λειτουργεί θεραπευτικά και λυτρωτικά με ψυχαναλυτικούς όρους.

 

Η ενασχόληση, επομένως, με τη δημιουργική γραφή προκαλεί τη συγκινησιακή διέγερση και ενεργοποιεί την ενσυναίσθηση. Από την άλλη μεριά η Αρχαία Ελληνική Λογοτεχνία θεωρείται η κορυφαία στιγμή της παγκόσμιας λογοτεχνίας, γιατί: αφομοιώνει την τελετουργία των διονυσιακών εορτών και τα λαϊκά δρώμενα, την ιδιαίτερη πλοκή του έπους, τη μελωδία και την προβολή της ατομικότητας της λυρικής ποίησης, τον στοχασμό της φιλοσοφίας, τα τεχνάσματα του ρητορικού λόγου, τις όψεις της καθολικότητας και της συλλογικής μοίρας και τον διάλογο με την Ιστορία. «Αυτή η «συνάντηση» με τις οπτικές με τις οποίες η πραγματικότητα αφομοιώνεται και ερμηνεύεται και η πρόταση του κόσμου που το δραματικό κείμενο αποκαλύπτει αποβαίνουν μέσο αυτοσυνείδησης, αυτογνωσίας, ενδοσκόπησης, διαμόρφωσης προσωπικής βιοθεωρίας και αξιακού συστήματος», δημιουργώντας, γράφοντας και συγγράφοντας, γιατί «ο αναγνώστης ζει μέσα σε δύο αλληλένδετους κύκλους εμπειρίας, αυτόν της φαντασίας και αυτόν της δικής του πραγματικότητας».

 

****************************************************

Βιβλιογραφια (ενδεικτική)

Αραβανή, E. (2014). Η Αρχαία Ελληνική Λογοτεχνία στην Εκπαίδευση σήμερα: Σύγχρονες Εναλλακτικές διδακτικές προσεγγίσεις. Αθήνα: Διάδραση.

Αραβανή, Ε. & Μπλιούμη Α. (2018). «Δημιουργώντας… στο Νέο Δημιουργικό σχολείο! Ιδέες και τεχνικές Δημιουργικής Γραφής για το μάθημα της Λογοτεχνίας». Πρακτικά του 3ο Πανελλήνιο Συνέδριο «Εκπαίδευση στον 21ο αιώνα: Αναζητώντας την καινοτομία, την τέχνη, τη δημιουργικότητα». (σσ. 196-207). Μουσείο Σχολικής Ζωής και Εκπαίδευσης του ΕΚΕΔΙΣΥ, Παιδαγωγική Εταιρεία Ελλάδος, Ελληνικό Τμήμα της ΙΒΒΥ-Κύκλος του Ελληνικού Παιδικού Βιβλίου, Αθήνα, 20-22 Απριλίου, 2018 τόμ. Α΄.

Αραβανή, Ε. & Μπλιούμη, Α. (2019). «Όταν η τέχνη του ρητορεύειν συναντά την τέχνη του γράφειν: Αναπτύσσοντας ρητορικές δεξιότητες με τη συνδρομή της δημιουργικής γραφής». Ηλεκτρονικά Πρακτικά του 1ου Πανελλήνιου Συνεδρίου Ρητορικής (με διεθνή συμμετοχή): Η Τέχνη του Λόγου στη Διδακτική Πράξη: Αναζητώντας σύγχρονες μορφές της ρητορικής παιδείας, (σσ. 57-68). 9-10 Φεβρουαρίου 2019.

Αριστοτέλους, Περί Ποιητικής. (2000) Μτφρ. Σίμου Μενάρδου, εισαγωγή, κείμενο-ερμηνεία: Ι. Συκουτρής, Αθήνα: Βιβλιο- πωλείον της «Εστίας».

Γραμματάς, Θ. (1990). Δοκίμια θεατρολογίας. Αθήνα: Επικαι- ρότητα.

Γραμματάς, Θ. (2009). Γένεση και νεότητα της αρχαιοελληνικής τραγωδίας, από http://gtheodore.files.wordpress.com.

Edberg, H. (2018). Creative writing for critical thinking.Sweeden: Palgrave- Macmillan.

Gunsberg, B. (2016). Schemes and Sense: Teaching creative writing with design in mind. JournalofCreativeWritingStudies, 2(1), 1-13.

Καρακίτσιος, Α. (2013). Διδασκαλία της Λογοτεχνίας και Δημιουργική Γραφή. Θεσσαλονίκη: Ζυγός.

Καρακίτσιος, Α. (2012). Δημιουργική Γραφή: μια άλλη προσέγγιση της λογοτεχνίας ή η επιστροφή της Ρητορικής; Κείμενα, vol 15. Ανακτήθηκε 20 Mαρτίου ,2020, από http://keimena.ece.uth.gr/main/index.php?option=com_content&view=article&id=256:15-karakitsios&catid=59:tefxos15&Itemid=95.

King, R. (2012). The Ethos of Drama: rhetorical theory and dramatic worth. New.York: Catholic University of America Press.

Κωτόπουλος, Τ. (2012). Η «νοµιµοποίηση» τηςΔηµιουργικήςΓραφής. Κείµενα, vol.15. Ανακτήθηκε  15 Μαϊου, 2020 από http://keimena.ece.uth.gr/main/t15/03-kotopoulos.pdf.

Lesky, A. (1990α). Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας.Μτφρ. Γ. Τσοπανάκης. Θεσσαλονίκη: Αφοι Κυριακίδη.

Lesky, A. (1990β). Η Τραγική Ποίηση των Αρχαίων Ελλήνων, τόμ. Α΄ & Β΄. Μτφρ. Ν. Χουρμουζιάδης. Αθήνα: ΜορφωτικόΊδρυμαΕθνικήςΤραπέζης.

Lodge, D. (1988). Modern Criticism and Theory, a Reader.London &New.York: Logman.

McDonald, M. (1993).Αρχαίοςήλιος, Νέοφως. Το αρχαίο ελληνικό δράμα στη σύγχρονη σκηνή. Μτφρ. Π. Μάτεσις. Αθήνα: Εστία.

Morley, D. (2007). The Cambridge Introduction to Creative Writing. New York: Cambridge University Press.

Romilly, J. (1997). ΑρχαίαΕλληνικήΤραγωδία. Μτφρ. Α. Σκιαδά.Αθήνα: Καρδαμίτσα.

Σουλιώτης, Μ. (2012). Για το ταλέντο και την έμπνευση, Κείμενα: 15. Ανακτήθηκε 1 Ιουνίου 2020 από http://keimena.ece.uth.gr/main/t15/01-souliotis.pdf.

Snell, B. (2011). The Discovery of the Mind: in Greek philoso- phy and literature. New York: Dover Publications.

Storey, I. & Allan, A. (2006).A Guide to Ancient Greek Drama.USA: Blackwell.