Υποτονθορύζω , θα πει μια περιδίνηση μελλοντικών φύλλων
που δάκρυζαν συχνά σε όλους τους πόρους του κορμιού μου
-δίχως να το καταλαβαίνω πάντα-
και στο αχανές φθινοπωρινό Κυριακάτικο απόγευμα
που υπήρξε η εφηβεία μου.
Ξεκινώντας από την οδό Ζαλόγγου
μ’ ένα κυανόλευκο κασκόλ
να περπατώ/να ίπταμαι ,
κοτσύφι μ’ ένα παμπάλαιο τραύμα
από κείνα που ποτέ δεν τα διεκδικεί
καμία μνήμη,
στην οδό Ιερολοχιτών,
μέσα απ’ τους συνωμοτικούς
τριγμούς/ψιθυρισμούς των σιδηρογραμμών ,
και να ακούω τους δισταγμούς μου
σαν πρωτάκουστο τραγούδι.
Από ξένο τόπο κι απ’ αλαργινό/
ήρθε ένα κορίτσι, φως μου, δώδεκα χρονών .
Και διαπίδυση σημαίνει
η πρώτη ντροπαλή βιβλιοθήκη μου
κάτω απ’ την ομιχλώδη κοιλάδα του κρεβατιού μου.
Μυθολογία, Καρυωτάκης, Τζακ Λόντον, βίπερ,
Καινή Διαθήκη και κάποια λεξικά
που παραδόξως ανθοφορούσαν στα φύλλα
που τους λείπαν •βιβλία.
Βιβλία σωσμένα και χαρισμένα
από έναν εξωστρεφή κάδο απορριμμάτων.
Φυλλομετρώντας τις νύχτες σαν τραυματισμένες σελίδες
και τις σελίδες σαν φλεγόμενα λιμάνια
και νοιώθοντας την ορφάνια του κρύου πατώματος
να καταυγάζει στην έσω πλευρά πότε του δεξιού και
πότε του αριστερού αγκώνα,
εκεί που εδώ και αιώνες είναι τραύμα βαρύ
και πόνος που πάει ολοένα πιο βαθιά.
Κάποια μαρκαρίσματα είναι υπέρ το δέον σκληρά •
και κάποια άλλα, Θεέ μου,
πρέπει κάποια στιγμή να το παραδεχτούμε,
τόσο βρώμικα που, χωρίς να χρειαστεί να κάνουμε τίποτα,
μας δίδεται ως αντιστάθμισμα ο Μίτος της Αριάδνης
για να ισοσκελιστούν οι φρικιαστικοί ισολογισμοί
και να συνεχίσει η ζωή να υπάρχει με όλα τα όνειρά της.
Αλίμονο σ’ αυτούς που δεν αγάπησαν, με άλλα λόγια,
και τρισαλίμονο σ’ αυτούς που δεν μάθανε ποτέ
να χάνουν (και κυρίως να κερδίζουν).
Σοκάκια αδιέξοδα σαν ανεκπλήρωτες υποσχέσεις- δέση.
Κι ύστερα λύση απ’ τις λαγνείες/ τις μαγγανείες
του συνοφρυωμένου ουρανού,
μετάλλινος και αρραγής εκεί •
μαλακός και εύφορος, εδώ
στις πιο άγνωστές μου λέξεις:
τα ξωτικά μου, οι απειράριθμοι
γονείς και κηδεμόνες μου
που, στην προοπτική
να μείνω στην ίδια τάξη,
αφόρητα γλυκαίνουν κι ομορφαίνουν.
Ενώ, προσαπογείωση θα πει ένα απρόσμενο γκολ
από το κέντρο του γηπέδου
που έρχεται την πιο κρίσιμη στιγμή
όπου δεν ξέρεις να πεις
πως σε λένε
τίνος είσαι
και τι θες να γίνεις όταν θα μεγαλώσεις.
Νόστος.
Οδός Μαιάνδρου, γήπεδο Νίκης.
Τέλος διαδρομής,
τουτέστιν εμβάπτιση συνεχής
στην αίσθηση μιας αέναη αρχής.
Ιθάκη ελεγειακή,
δακρύρροια και εντρόπιο
όταν η θάλασσα δεν είναι ακόμη παρά
μια υποψία που πλανάται στον αέρα.
Θαλασσιά λαοθάλασσα.
Πλους κόντρα σε όλες τις πιθανότητες
και ποίηση της απρόσμενης λέξης
για όλα τα δυσεπίλυτα θεωρήματα.
Εντροπία •και ορίστε, από νωρίς, όλα τα πτυχία μου.
Μέσα από τα σπλάχνα της προσφυγιάς/έγινες Νίκη μου εσύ.
Νεραντζιές σειρήνες τερετίζοντας
μυστικιστικά στο εύθραυστο στήθος μου,
στην εγγενή δύσπνοια μου
όταν αθόρυβα εισέρχομαι
στην άλω του ανομολόγητου θαύματος .
Κι εγώ ριγώντας,
αλλά μην ορρωδώντας σε αυτό
που κάποτε θα με διαπερνούσε σαν ρεύμα
ηλεκτρικό και θα το συναντούσα σαν Ποίημα•
και τότε ήταν το χρώμα των ματιών
που καθρεφτίζανε τις ανείδωτες ακόμη
εσχατιές της πόλης
και του ισόβιου έρωτά μου
για το κοντανάσαιμα των λέξεων.
Ύμνος στη θλίψη.
_Κύριε Θερνούδα, πώς κι από δω;
_Θα σου πω, γιε μου, όταν θα συναντηθούμε
σε κάποιους αιώνες από τώρα. Έλα τώρα
να μπούμε στο γήπεδο γιατί αρχίζει το ματς.
Νίκη Βόλου ομάδα των προσφύγων.
Νίκη Βόλου ιαχή και δέος της πιο απίστευτης ανατροπής
(κάνε στην άκρη λιγάκι λογική, θέλω να πανηγυρίσω έξαλλα).
Νίκη Βόλου δόνηση των τοίχων και των αυλών
όταν οι σαλτιμπάγκοι του καθωσπρεπισμού
νομίζουν πως μπορούνε να χλευάσουν
αυτό που φέγγει ακλόνητο
νυχθημερόν
στα σκοτεινά και άδεια σπίτια.
Κυανόλευκα και τα αχνά
λόγια του κοριτσιού που πουλάει αφρολέξ.
Τα χέρια της χάρτες, η πρώτη ιδέα
της Αφρικής, η πρώτη ιδέα
του πρώτου Έρωτα (και παντοτινού),
ο εξωτισμός του περίκλειστού μου εαυτού,
μαύρη αστραπή απ’ την καρδιά του άφατου
και από όλες μαζί τις ευλογίες και τις κατάρες
της σιωπής.
Χαρίζοντας μου μαγικά χαλιά στα λάμδα και τα ρο της
και μαγικά φίλτρα στα ρινικά της σύμφωνα.
Απονέμοντας μου αιθέρια τρόπαια
με τη χοροδιδασκαλία των δαχτύλων της,
εκστάσεις και εκτάσεις
στην αδαημοσύνη των αισθήσεων μου.
Και φυσικά, παυσίλυπο θα πει :
«άμα δεν έχεις λεφτά, δεν πειράζει ρε μάγκα,
την άλλη Κυριακή, δεν θα χαθούμε.»
Και ουτοπία αυτή ακριβώς η άλλη Κυριακή
που δεν έρχεται ποτέ και είναι πάντα εδώ,
μεθυστικό ψυχοπλάκωμα •
κι ένα φανάρι πράσινο που με φέρνει δίπλα της
βοτσαλωτό και επιχρωμιωμένο,
άναυδο και δοξαστικό,
εφεκτικό και ατρόμητο,
απόξενο και ομοιοπολικό .
Ακούμπα με παντού γλυκύτατο κορίτσι,
μικρή μου Κένυα και μεγάλη μου Παρασκευή,
ν’ ακούσω το φτερούγισμά μου
σε όλες τις καρδιές της μέρας.
Από τις ελάχιστες φορές
που δεν αισθάνομαι χαμένος.
Νίκη Βόλου, λημματολόγιο
του συγκλονιστικού έτους 1984
που μου σύστησε πολλάκις
την ανθρωπότητα σαν επουράνιο μωσαϊκό
πολύχρωμων αγγέλων.
Χορωδία. Γιορτή.
Χοή. Γιορτή.
Χαρμολύπη. Γιορτή.
Χασμωδία. Γιορτή.
Παραπήγματα οι πρώτες νεράιδες
που πήραν τις σκέψεις μου απ’ το χέρι
και τις πήγαν μέχρι το τέλος.
Θεσμοφόρια, πρώτες σοδειές της γλώσσας
εκεί που σπουν οι λέξεις αιφνιδίως
και σε γεμίζουν με λάδι και σιτάρι
και ιώδες γάλα
για προϊστορικούς και μεταϊστορικούς
λιμούς.
Πεζοδρόμια, οικομουσεία του δειλινού
που σβήνοντας
με σκεπάζει με τις πλατιές ζεστές φτερούγες
του εμβλήματος.
Είσαι θεά για όλους εμάς/ στη Νέα Ιωνία.
Όχι, δεν φοβάμαι-και υπόσχομαι να μην ξαναφοβηθώ.
Απλά, κάποιες φορές κλαίω,
χωρίς να ξέρω το γιατί,
σαν κάποιον που αίφνης παραφρονεί
κι αποφασίζει
να μοιράσει όλα του τα πλούτη.
Και εντελέχεια θα πει
μια δωρεάν είσοδος στο ιστόγραμμα
της ίδιας σου της ψυχής, αδερφέ μου,
ακριβώς τη στιγμή που η μπάλα φεύγει
ελάχιστα άουτ,
έτη φωτός πριν από την χειραγώγηση
της συγκίνησης από τους σπορτσκάστερ,
τα under και τα over.
Η πλημμυρίδα ενός ομόφωνου «αχχχχχχ»
που εφορμά, ενώ εξέρχεται,
στις φλέβες του λαιμού μου.
Κι αισθάνομαι ήδη μεγάλος,
μυθικός, επισκέπτης άλλων εποχών
και έτοιμος για όλα-
Προκρούστη ήρθε η ώρα σου,
άρρον τον κράββατόν σου και περιπάτει.
Επίσης θα πει κι ένα αχνιστό σαλέπι κερασμένο
από ένα χαμόγελο που όσα του λείπουν δόντια,
τόσοι οι ήλιοι του-και κάτι παραπάνω.
Κι άντε τώρα να μιλήσεις στο βαθύ σκοτάδι
για έκκεντρα σημεία
δίχως να γίνεις ατέρμονος σπινθηρισμός .
Και δεν θα με κουράσει να λέω όσο ζω/Νικάρα μου
για σένα θα πέθαινα κι εγώ.
Νίκη Βόλου.
Νίκη Βόλου
δοκάρι και μέσα
στον υπερπληθυσμό
της μεγάλης μοναξιάς
που είναι η μικρή ζωή μου.
Και τα σφυρίγματα
των πουλημένων διαιτητών,
πίκρα ατέλειωτη από κείνες
που σου πλέκουν κατόπιν φυλαχτά.
Περίαπτα πολύτιμα και ακριβά,
γεννήματα
της πιο φθηνής
της πιο ποταπής
διαλληλίας
συμπληγάδων και πασατεμπάδων.
Κι αυτό το ποίημα,
-ω, θεοί και ω, δαίμονες-
αν είναι ποίημα και όχι έκδυση,
αν είναι έκδυση και όχι τιτίβισμα,
αν είναι τιτίβισμα και όχι επούλωση
στο ιλιγγιώδες έσοπτρο των ραγισμένων οφθαλμών,
αν είναι κι αν δεν είναι,
ας το γράψει κάποτε,
-ω, δαίμονες και ω, θεοί-
όπως καλύτερα μπορεί
η ευγένεια της πιο βαθιά θλίψης,
που ξέρει να ξεχνά για λίγο
για να μπορεί να θυμάται
για πάντα και τα πάντα.
Υπερμνησία.
Μήπως και ευωδιάσουν μέσα του
οι στούρνοι του μίσους και της εμπάθειας
σαν γιασεμιά
και γίνει ο κόσμος
για ένα λεπτό
-και τόσο αρκεί-
για ένα δευτερόλεπτο
-και τόσο αρκεί-
για μια ανάσα
-και τόσο αρκεί
και τόσο αρκεί
και τόσο αρκεί-
αυλή της Νέας Ιωνίας
στη δεκαετία του ογδόντα.









