Béla Czóbel, Önarckép (Αυτοπροσωπογραφία)

 

Ι

Η πρώτη εικόνα που θυμότανε, από την αυγή του αιώνα που μόλις μας πέρασε, θυμίζει τα μυθικά κάδρα που δημιούργησε η συμπατριώτισσά μας, η Ένυεντι Ίλντικο – είχε εξάλλου κι αυτός, ο ζωγράφος, γεννηθεί την τελευταία μέρα του μακρινού πια 19ου αιώνα: ένας Γάλλος κωμικός, από τους πρώτους των κινούμενων εικόνων, ορμά με το κεφάλι μέσα σ’ έναν κουβά με μαύρη μπογιά, η αίθουσα σείεται απ’ τα γέλια με τούτη την αλλόκοτη αντίθεση – το χλωμό, το λευκό δηλαδή πρόσωπο να στάζει όλο μαύρες μπογιές και να κοιτά αμήχανα το πλήθος∙ τούτο περίπου αποτύπωσε και κείνος στον πρώτο πίνακα που έδειξε δημόσια, όταν για ένα διάστημα σπούδαζε στη Βουδαπέστη, δεκαοκτάχρονος, επηρεασμένος ακόμα από τον Τσόμπελ Μπέλα και τους άλλους μεγάλους -άγνωστους έξω απ’ τη χώρα μας- ντόπιους Φωβ: ένα θλιβερό μαύρο πρόσωπο κλόουν, βαμμένο με πάστα παχιά, σε αντίθεση με τα κατάλευκα χείλια νεκρού – σαν αρνητικό παλιάς φωτογραφίας- και με λιγοστά κατακόκκινα μαλλιά,

 

ΙΙ

εξ αυτού και η πρώιμη χρωμοφοβία του, «η κολασμένη παιδική μου ευαισθησία», όπως την έλεγε∙ αλλά κι η δεύτερη εικόνα, εικόνα ονείρου στη νηπιακή θύμηση, πίσω στις αρχές το αιώνα και τούτη – τη δεκαετία, να μην το ξεχάσω, που ζωγράφισε όλα τα αποκαλυπτικά, πάγχρωμα έργα του κι ο πρώτος μας μεγάλος μοντέρνος, ο μοναχικός μας κέδρος (εξπρεσσιονιστή τον είπανε μετά, αφού τον περιφρόνησαν σαν κακόμοιρο τρελό), ο Τσόντβαρυ Τίβανταρ: από κάτω, λοιπόν, το παιδικό κρεβατάκι έβραζε από ένα ύπουλο βουητό, ένα υπόγειο ποτάμι που βογκούσε σα να ’ταν να γεννήσει, ώσπου μπογιές κόκκινες σκίζανε το δάπεδο – και τούτο ξανάζησε πολύ αργότερα, το 1938, στα «Δαιμόνια κάτω από την Πλατεία Κόσσουτ Λάγιος», όπου αποχαιρετά τον υπερρεαλισμό για να στραφεί στον εξπρεσσιονσμό, με τα φλογισμένα ανθρωπάρια να βυσσοδομούν∙ μια ανελέητη ροή χρωμάτων, με την οποία ο δημιουργός μοιάζει να αντιπαλέυει, είναι ίσως το κύριο χαρακτηριστικό του ώριμου ύφους του, με εξαίρεση βέβαια τα τελευταία έργα του, τα πένθιμα, τα οποία θα προσπαθήσω να σκιαγραφήσω προς το τέλος –

 

 

Tivadar Csontváry Kosztka, Magányos cédrus (Μοναχικός κέδρος, 1907)

 

ΙΙΙ

ήταν, όμως, μια όμορφη εποχή όταν κοιτούσε την τρίτη εικόνα που τόνε δημιούργησε, από το παράθυρο του τρένου που διέσχιζε τις νότιες πεδιάδες μας -με τον πατέρα του, Άρπαντ, πίσω απ’ τον ώμο του- να κοιτά το κόκκινο δειλινό στο βάθος: φανταζότανε, λέει, πως η πεδιάδα ήταν άδεια πριν αυτός την κοιτάξει και πώς όπου έπεφτε η ματιά του φυτρώνανε δέντρα, λουλούδια, ζώα, σπιτάκια∙ έτσι έβλεπε το παιδί, επηρεασμένο από τις θολές αφηγήσεις του αγράμματου παππού του, Ζόλταν, ότι θα είχε βρέξει κι Εκείνος απ’ τον ουρανό τους προγόνους του απάνω στις μακρινές τις στέπες, σαν ένα θεϊκό παράπονο για την αδειοσύνη: μια ονειροφαντασιά που αποτύπωσε σ’ έναν από τους πρώτους υπερρεαλιστικούς του πίνακες όταν σπούδαζε στις Βρυξέλλες – και τον είχε σίγουρα δείξει στον συμφοιτητή και φίλο του, τον Ρενέ Μαγκρίτ,

 

ΙV & V

όμως ένα άλλο όνειρο, της εφηβείας του τώρα, τον έστρεψε στη ζωγραφική, μιας και τούτο έγινε μέσα από την άλλη πρώιμη αγάπη του, τη συγγραφή∙ καθώς λοιπόν επέστρεφε, με τρένο πάλι, στη γενέτειρά του, Σέγκεντ, με ανάμικτα συναισθήματα, γιατί όταν ταξίδευε για να παραλάβει το Αυτοκρατορικό Μαθητικό Βραβείο Ποίησης για την πατριωτική του σύνθεση «Οι Μαγυάροι», είδε πάνω στην ίδια πεδιάδα: ένα πτώμα – κι εδώ θα πρέπει να περιγράψω ακόμα έναν πίνακα, προηγουμένως όμως να σημειωθεί ότι την τελευταία στιγμή πρόσθεσε έναν στίχο το νόημα του οποίου μάλλον δεν πρόσεξε, παραδόξως, ο Πρόεδρος της επιτροπής, ο σεβάσμιος καθηγητής Νέμεθ Γιοχάννες / Γιάνος όταν τον προσφώνησε «diligentissime»∙ δεν πρόσεξε λέω, κείνον τον διασκελισμό (πέσετε και τώρα Μαγυάροι στρατιώτες για την τιμή / των αρμάτων που πολύ ακριβά πληρώνετε), τον πρόσεξαν όμως σίγουρα αργότερα οι άνθρωποι του Χόρτυ Μίκλος, για τούτο αποτύπωσε εξόριστος πια εκείνη την αποτρόπαιη «Μάχη στο Ιζόντσο», ένα γκρίζο ποτάμι με εκατοντάδες παραμορφωμένα πτώματα, που λέγεται πως ενέπνευσε και τον μεγάλο Πικάσο όταν επισκέφτηκε μια μικρή έκθεση στο Παρίσι, αρχές του 1937∙ όμως στη διαδρομή της επιστροφής, τότε το καλοκαίρι του ’14, ο έφηβος αποκοιμήθηκε πεινασμένος και το μενού στο τρένο έγραφε, λέει, «Τιτσιάνο-Ρέμπραντ-Γκόγια-Μονέ» κι εκείνος βουλιμικά περίμενε το λαμπρό αυτό γεύμα, ώσπου ήρθαν οι δίσκοι με τα χρώματα και ξεκίνησε να καταβροχθίζει… απογοητευμένος μόνο στο ξύπνημα, που δεν πρόλαβε να τελειώσει όλα τα πιάτα, τα απαθανάτισε όμως έτσι μισοφαγωμένα στον πρώιμο, άτεχνο λίγο είν’ η αλήθεια, ντανταϊστικό πίνακα «Το γεύμα του Υμπύ», που έχω την τιμή να είμαι από τους ελάχιστους που τον είδανε,

István Farkas,  Kávéházi jelenet (Σκηνή στο καφέ, περ. 1922)

 

VΙ & VΙΙ

εγώ, επαγγελματίας μοντέρ, ερασιτέχνης ζωγράφος και επίδοξος ποιητής, αλλά πρωτίστως συνονόματος και εγγονός -γεννημένος ακριβώς εβδομήντα χρόνια μετά- του κορυφαίου άγνωστου πρωτοποριακού μας ζωγράφου που, μελαγχολικός Οδυσσέας, γύρισε στη χώρα του για να σβήσει πρόωρα, ακριβώς στα μέσα του αιώνα, με παρόμοιες συνθήκες όπως ο επίσης κυνηγημένος Πολωνός φίλος και συνοδοιπόρος του, Στρζεμίνσκι, και μια επταετία ακόμα αφότου χάθηκε στο Άουσβιτς ο Φάρκας Ίστβαν, ο πιο μοναχικός μας καλλιτέχνης, ο Εβραίος μας, που ’χε περπατήσει με τους κυβιστές∙ για να σβήσει, λέω, και το βλέμμα του Κ.Ζ., όπως είχε ήδη σβηστεί επιμελώς και τ’ όνομά του, καθώς αρνήθηκε τη συνδρομή του συνονόματου ξαδέλφου του, μοντέρ στην Κρατική Εταιρεία Κινηματογράφου – κι όμως, μέσα στην αθλιότητά του ο καλλιτέχνης ζωγράφισε τους δυο τελευταίους πίνακές του, που μαζί με τους πέντε που ανέφερα ήδη επέλεξε για να ιστορήσει τη ζωή του, παραδίδοντάς τους στον πατέρα μου Άρπαντ – κι εκείνος τους φύλαξε και θα τους παρέδιδε σε μένα, μήπως ο νέος αιώνας φανεί πιο μειλίχιος, μα -αλίμονο- κάηκαν όλοι, κι οι εφτά, μαζί με τον πατέρα μου πριν από δέκα χρόνια, πάνω που οι λόγιοί μας κι οι καλλιτέχνες είχαν αρχίσει ν’ ανακαλύπτουνε το σπουδαίο μυστικό που φώλιαζε στο ταπεινό μας επαρχιακό σπίτι και μουσείο∙ ήσαν λοιπόν οι τελευταίοι τούτοι πίνακες ένα δίπτυχο, με ίδιο τίτλο, «Αντικρίζοντας το τέλος του κόσμου», ιστορημένοι αδρά, μονάχα με κάρβουνο – λες και γνώριζαν από πριν τη θλιβερή κατάληξή τους: στον ένανε, μια πόλη με ομοιόμορφα κτίρια, σκιές ένστολες σ’ όλες τις γωνίες – οι άνθρωποι περπατούνε κουκουλωμένοι, σαν άρρωστοι, κι ένας γέροντας στρέφει το βλέμμα για να κοιτάξει μες στα μάτια νεκρού αρχέγονου κήτους, πάνω στα ερείπια ενός τσίρκου∙ στον άλλο, δυο αδυνατισμένες μορφές μόλις διακρίνονται στο σκοτάδι, πατέρας και κόρη, κρατούν στο χέρι από μια μισοφαγωμένη ωμή πατάτα και κοιτούν ο ένας μες στα μάτια στου άλλου – η σκηνή μοιάζει να παρατείνεται στην αιωνιότητα∙ κι εγώ, ο Κέρενυι Ζόλταν ο νεώτερος, μολονότι δεν ξέρω στ’ αλήθεια γιατί να περιγράφω τούτες τις χαμένες ζοφερές εικόνες στην ανατολή του νέου μας φωτεινού αιώνα, βασανίζομαι από το ίδιο επίμονο όνειρο: είμαι κι εγώ -λέει- πενήντα χρονών, είκοσι χρόνια μετά, και πρέπει να ξαναζωγραφίζω κάθε νύχτα, βασανιστικά, τους τελευταίους εκείνους πίνακες, λες και δεν είχε προλάβει να τους αποτελειώσει τότε ο μεγαλοφυής και άδοξος πρόγονός μου.-

Σέγκεντ, Ιανουάριος 2000