Μέσα στην ένταση και το χαμό του παλατιού
αυτός ο γίγαντας υψώθηκε, σας λέω, μπροστά της
με χέρια σαν γερανούς
και όψη άγρια και μαύρη σαν κοράκια-
Έτσι όλα τα παράθυρα έσπασαν όταν εκείνος μπούκαρε.
Ποδοπάτησε τον κομψό της χώρο
και χρησιμοποίησε τα ευγενικά της περιστέρια με αγένεια –
Δεν ξέρω ποια μανία
τον οδήγησε στο να σκοτώσει
την αντιλόπη της που μόνο καλό του έκανε.
Εκείνη τον επίπληξε στο αυτί
μέχρι που την λυπήθηκε καθώς έκλαιγε-
Φορώντας την βασιλική της ένδυση,
της ξεγύμνωσε τους ώμους
και την ξεμονάχιασε, όμως την εγκατέλειψε με το λάλημα του πετεινού.
Εκείνη έστειλε εκατό διαγγέλματα
για να καλέσει στο πλευρό της όλους τους γενναίους άντρες
των οποίων η δύναμη θα ήταν άξια
για να πλαγιάσουν στον ύπνο της, στη σκέψη της-
Μα κανείς απ’ αυτούς τους αρχάριους δεν άξιζε το λαμπερό της στέμμα.
Και τώρα βρίσκεται σ’ αυτό το άγνωστο μονοπάτι
όπου σε ήλιο και βροχή ταξιδεύει με τα αίματα
και έτσι σας τραγουδάει:
«Αλίμονο, πόσο λυπηρό είναι
να βλέπω τους ανθρώπους μου να γίνονται τόσο μικροί, τόσο μικροί».
*********************
This giant hulked, I tell you, on her scene
With hands like derricks,
Looks fierce and black as rooks;
Why, all the windows broke when he stalked in.
Her dainty acres he ramped through
And used her gentle doves with manners rude;
I do not know
What fury urged him slay
Her antelope who meant him naught but good.
She spoke most chiding in his ear
Till he some pity took upon her crying;
Of rich attire
He made her shoulders bare
And solaced her, but quit her at ****’s crowing.
A hundred heralds she sent out
To summon in her slight all doughty men
Whose force might fit
Shape of her sleep, her thought-
None of that greenhorn lot matched her bright crown.
So she is come to this rare pass
Whereby she treks in blood through sun and squall
And sings you thus :
‘How sad, alas, it is
To see my people shrunk so small, so small.’









