Οἱ ἁλυσίδες λάμπουν, ἀλλὰ οἱ ὄστιες, ποὺ εἶναι μῆλα, δὲν λάμπουν: ἔχουν ἁπλῶς γυαλάδα.
*****
Τίποτ᾽ ἄλλο δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο οἱ κορυφὲς τῶν δέντρων, τίποτ᾽ ἄλλο δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο ἡ ἄκρη τῆς στέγης τοῦ σπιτιοῦ, τίποτ᾽ ἄλλο δὲν ὑπάρχει παρὰ μόνο ἕνας ἄρρωστος πισινός, ποὺ ἰσχυρίζεται κάτι ἐσφαλμένο, γιὰ νὰ μάθει τὴν ἀλήθεια, κι ἔχει δίκιο.
*****
Κάποιο περιοδικό, γιὰ ν᾽ ἀποδείξει τὴ σπουδαιότητα τῆς ὑπηρεσίας παρασκευῆς γευμάτων στὸν οἶκο Ρότσιλντ, παρουσίασε τὴν ἐν λόγῳ οἰκογένεια διὰ βραχέων στημένη μπροστὰ σ᾽ ἕναν τεράστιο σωρὸ μὲ σερβίτσια φαγητοῦ. Ἕνας ἀναγνώστης ἐξετάζει τὰ μυρμήγκια μὲ μεγεθυντικὸ φακό.
«Αὐτὸς εἶναι ὁ Ἑρρίκος; Αυτὸς εἶναι ὁ Ἑρρίκος;»
*****
Κατὰ τὴ διάρκεια ἑνὸς ταξιδιοῦ στὴν Ἀλγερία μὲ τὴν Ἡγερία του, τὴν αὐτοκράτειρα, ὁ αὐτοκράτωρ Ναπολέων Γ´ χρειάστηκε νὰ τὸ βάλει στὰ πόδια φορώντας τὴ μεγάλη ἐπίσημη στολή του καὶ περνώντας μέσα ἀπὸ ἕνα μαγγρόβιο δάσος. Ὅ,τι κυρίως αὔξανε τὸν μαρασμὸ ὀφειλόταν στὸ ὅτι ὁ αὐτοκράτωρ φοροῦσε μπότες ποὺ πολὺ τὸν ἐστένευαν.
*****
Τὸ παιδί, τὸ παιδί, ὁ ἐλέφαντας, ὁ βάτραχος καὶ τὸ πεσμένο μῆλο.
*****
Τὸ περισκόπιο τῆς Μεντάνας εἶναι κάποιο ὑπόγειο σπήλαιο: πλαισίωση ἀπὸ βράχους, κομψὸ ὀρθογώνιο. Ἡ λίμνη εἶναι ἀπὸ σινικὴ μελάνη καὶ γεμίζει τὸ κάδρο• δύο σεραφείμ, μαῦρα στὴν ὄψη, λοξοτσουγκρίζουν τὰ κεφάλια τους δεξιὰ καὶ ἀριστερά• δίκην κορνίζας, στὴν κρηπίδα τῆς βραχώδους στήλης καὶ πάνω στὰ σκαλοπάτια, βρίσκεται ἕνας γραφειοκράτης μὲ ζακέτα, μικρότερη ἀπ᾽ τὸ φυσικό του μέγεθος, καὶ ξύνει τὴ φαλάκρα του. Τὸ ὅλον μυρίζει βιτρίνα, καὶ πρόκειται γιὰ τὸ περισκόπιο τῆς Μεντάνας.
*****
Τὸ ζερβὸ καὶ καμπούρικο πουλὶ ποὺ τὸ λένε Νεκροσκοπεῖο φτιάχνει τὴ φωλιά του ἀποκλειστικὰ μὲ στάχυα σταριοῦ καὶ τὴ στολίζει μὲ καπουτσίνους οὐρανοκατέβατους καὶ ἐκτὸς κειμένου.
*****
Ἀλληλούια
Κάτω ἀπὸ τὰ κωνοφόρα ὁ πρίγκιψ Λουζινιὰν
τῆς παλλακίδας του ἤτανε ὁ ἐραστής
Μύριζε τὸ ὅλον ναφθαλίνη
δὲν εἶχαν βγεῖ ἀπ᾽ τὸ λιμάνι
καὶ βρομοῦσε ἀκόμα.
*****
Σὲ τοῦτο τὸ βρετόνικο δάσος ὅπου προχωράει ἡ ἅμαξα ὑπάρχει μόνο ἕνας ἄγγελος-πειραχτήρι: εἶναι μιὰ κοκκινοντυμένη χωριάτισσα, πού ᾽χει σκαρφαλώσει στὰ κλαδιὰ καὶ γελάει ποὺ ἀγνοῶ τὴν κέλτικη γλώσσα της.
*****
Γιὰ νὰ ἐκδικηθοῦν τὸν συγγραφέα ποὺ τοὺς ἐχάρισε τὴ ζωή, οἱ ἥρωες ποὺ δημιούργησε τοῦ κρύβουν τὸν κονδυλοφόρο του.
*****
Ὁ Ζουάβος, ποὺ εἶχε γνωρίσει τὸν αἰώνα, μοῦ μιλοῦσε ὑποκλινόμενος στὴ λύπη: «Στὴν Ἀλγερία βγαίναμε περιπάτους μὲ τ᾽ ἁμάξια καὶ κοιτάγαμε τὰ μουστάκια μας σὲ καθρεφτάκια τσέπης ποὺ εἴχαμε, μά, ὅταν βγάζαμε χαρτὶ νὰ στρίψουμε τσιγάρο, εἶχε μερικὲς φορὲς πιτσίλες ἀπὸ αἷμα».
****
Ἡ φλόγα τοῦ χεριοῦ του θέλει νὰ ξαναβρεῖ τὸ προφίλ του. Τὸ σῶμα του εἶναι πλάτη καρέκλας, κοινῶς ἐρεισίνωτον• τὰ γόνατά του εἶναι τὰ πόδια λιπόσαρκου θρόνου. Τὸ σκῆπτρο του, ποὺ πάει καὶ τὸ τρακάρει μὲ τὸ ἀκίνητό του φλάουτο ἕνας ἄλλος ἀρλεκίνος ποὺ χορεύει, τό ᾽χει ἀκουμπισμένο ἀδιάφορα πάνω στὸν ὦμο του.
*****
Εἶναι μιὰ γωνιὰ τοῦ δρόμου. Οἱ ἱερεῖς γκρεμοτσακίζονται ἐκεῖ σὰν τὸ κρασὶ στὸ χωνί, ἔχουνε κορδέλες ποὺ τοὺς κρατοῦν τὰ καλυμμαύχια καὶ χέρια ποὺ τοὺς κρατᾶνε τὶς κορδέλες. Κι ἔχουν ἁπαξάπαντες πονόδοντο.
*****
Στὸ κανάλι ἀναγγέλθηκε ὁ διασώστης χάρις στὰ φουσκωμένα νερὰ καὶ στοῦ καραβιοῦ τὸ ὕψος. Τὰ ὑπόλοιπα δὲν εἶναι παρ᾽ ἁπλῶς λίγο χορτάρι πάνω στὴ δόξα.
*****
Ὁ τροχιστὴς τῶν ψαλιδιῶν (ὁ θάνατος λέω) φοράει ζουρλομανδύα• ἔχει βγάλει τὸ φοδραρισμένο καὶ μὲ κόκκινη κλωστή —στοῦ κερασιοῦ τὸ χρῶμα— ραμμένο παλτό του, γιατὶ θέλει νὰ νὰ τροχίσει ἕνα μεγάλο δρεπάνι. Τὸν σταματάει μιὰ πεταλούδα καθισμένη στὸν τροχό του.
*****
Ἦταν δύο ἡ ὥρα τὸ πρωί: ἦσαν κομψὲς καὶ οἱ τρεῖς γηραιὲς κυρίες, ὅπως συνηθιζότανε πενήντα χρόνια πίσω• ἐσθῆτες μὲ μαύρη δαντέλα, καπελάκια μὲ δερμάτινη κορδέλα, καμέες, ροῦχα μαῦρα μεταξένια γιὰ νὰ τονίζονται οἱ πτυχὲς τοῦ ὑφάσματος. Τὸ πεζοδρόμιο ἦταν ἔρημο καὶ τὰ βουρκωμένα ἀπὸ τὰ δάκρυα μάτια τους σηκώνονταν και κοίταζαν πρὸς ἕνα παράθυρο, οἱ κουρτίνες τοῦ ὁποίου ἀχνοφωτίζονταν κάπως.
*****
Ἂν βάλεις τ᾽ ἀφτί σου δίπλα στὸ τὶκ-τὰκ τοῦ ἀφτιοῦ σου, θ᾽ ἀκούσεις καλὰ μέσα σου κάτι ποὺ δὲν εἶσαι ἐσύ, ἀλλὰ εἶναι ἕνας δαίμονας ἢ ὁ ἴδιος ὁ Διάβολος.
*****
Ὅταν φτιάχνεται ἕνας πίνακας, ἡ κάθε πινελιὰ τὸν ἀλλάζει ὁλόκληρον, γυρνάει σὰν κύλινδρος καὶ εἶναι σχεδὸν ἀτελείωτος. Ὅταν παύει νὰ γυρίζει, τότε εἶναι πιὰ ἕτοιμος. Τὸ τελευταῖο μου ἔργο ἔδειχνε ἕναν πύργο τῆς Βαβὲλ νὰ φωτίζεται ἀπὸ φλόγες.
[Aναδημοσίευση από το χρονολόγιο του μεταφραστή στο facebook]
Αφήστε ένα σχόλιο









