H ΓΙΓΑΝΤΑΣ
Tα χρόνια που η Φύση γένναγε στην τρομερή της δύναμη
Καθημερνώς παιδιά τεράστια,
Είχα ένα πόθο σε μια γίγαντα νεαρή στο πλάι να μουνα
Όπως μια λάγνα γάτα μεσ στα πόδια μιας βασίλισσας.
Ν΄ανθίζει να βλεπα το σώμα κι η ψυχή της
να μεγαλώνει ελεύθερα στα τρομερά παιχνίδια μέσα•
Και να μαντέψω αν φλόγα σκοτεινή κλωσσά η καρδιά της
Μεσ στις υγρές ομίχλες που κολυμπούν στα μάτια της•
Να περπατήσω τις εξαίσιες φόρμες με το πάσο μου
Και πάνω στην τεράστια καμπύλη των γονάτων ν΄αρκουδίσω,
Και στου καλοκαιριού τη λάβρα, π΄αρρωσταίνει,
Κατάκοπη, και να ξαπλώνει κάνουνε στης εξοχής τη μέση
Να κοιμηθώ σαν το παιδί στον ίσκιο των βυζιών της,
Όπως μικρό χωριό στα πόδια του βουνού νωχελικά ξαπλώνει.
******
ΤΟ ΙΔΕΩΔΕΣ
Αυτές οι καλλονές που στις βινιέτες βλέπουμε
άχρηστα πράματα της φτήνειας του καιρού μας
στα πόδια τους μποτάκια καστανιέτες να κρατάν στα δάκτυλα
ποτέ δεν θα γεμίσουν μια καρδιά σαν τη δική μου.
Τούτα τα πιτσουνάκια στο κοπάδι στον Gavarni αφήνω
οπού τ΄αρέσουν οι χλωμάδες κι οι καλλονές οι ωχρές, γιατί σε τούτα ανάμεσα τα ρόδα τα χλωμά
ένα λουλούδι που να μοιάζει στ’ ολοκόκκινο ιδεώδες μου δεν βρίσκω.
Κείνο που στην καρδιά ετούτη
τη βαθειά σαν άβυσσο ταιριάζει,
εσείς μονάχα είστε Λαίδη Μάκβεθ, ψυχή ντούρα στο έγκλημα,
του Αισχύλου όνειρο που στο Νοτιά
μονάχα μεγαλώνει•
Ή εσύ, του Michelangelo, κόρη, μεγάλη Νύκτα,
που σε μια πόζα αλλόκοτη
στο στόμα των Τιτάνων ήσυχα
τα θέλγητρά σου απλώνεις!
****
Η ΟΜΟΡΦΙΑ
Είμ΄ωραία, ω θνητοί ! ωσάν όνειρο σε πέτρα,
Και το στήθος που μαυρίζει το να ύστερ΄από τ΄άλλο,
Έρως αιώνιος αγγίζει και μουγγός τον ποιητή
έτσι όπως είναι η ύλη.
Θρόνο μου έχω το γαλάζιο κι είμαι σφίγγα απόκρυφη•
Κι έχω μια καρδιά από χιόνι πιο λευκή κι από τους κύκνους•
Ω το μίσος όπου έχω για την κίνηση που αλλάζει τις γραμμές,
Κι ούτε κλαίω ούτε γελάω στον αιώνα πάντοτε.
Μπρος στις τόσες μου τις χάρες, που
δανείστηκ΄από έργα τρομερά στην οικουμένη,
Θα ξοδέψουν μέρες κι ώρες μελετώντας οι ποιητές•
Γιατί έχω και γοητεύω τους υπάκουους εραστές,
Πεντακάθαρους καθρέφτες τα καθάρια μάτια μου
Τα αιώνια τα μεγάλα που ομορφαίνουν κάθε πράγμα
μάγκα μου !
*****
Ο ΑΝΘΡΩΠΟΣ ΚΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ
Ελεύθερε άνθρωπε, τη θάλασσα λατρεύεις πάντοτε !
Είν΄ο καθρέφτης σου η θάλασσα• και την ψυχή σου συλλογιέσαι
Στ΄ατέλειωτο κυμάτισμά της,
Κι είναι το πνεύμα σου άβυσσος το ίδιο πικρή.
Ω, πως σ΄αρέσει στην εικόνα σου την ίδια να βουτάς•
Να τη φιλάς με μάτια, χέρια, κι η καρδιά σου
Απ΄το μουρμούρισμά της κάποτε να φεύγει
Μπροστά σε τούτο τ΄άγριο κι αδάμαστο παράπονο.
Κι οι δυο σας σκοτεινοί κι ευγενικοί το ίδιο:
Φίλε, κανείς το βάθος των αβύσσων σου δεν άγγιξε•
Ω θάλασσα, ποτέ κανείς δεν γνώρισε τα μύχια πλούτη σου,
Που η ζήλεια σου σφικτά κρατά και τα φυλάει!
Κι ωστόσο αμέτρητους αιώνες σεις οι δυο
Ένας τον άλλο πολεμάτε δίχως τύψη ή έλεος,
Τόσο αγαπάτε το ίδιο σφαγή και θάνατο,
Αιώνιοι αντίπαλοι, αδέλφια αδίστακτα!









