Θα ξεκινήσω με τη βασική εντύπωση που μου έκανε η νέα ποιητική συλλογή του Αχιλλέα Κατσαρού, η οποία εντύπωση είναι πως δεν διαφαίνεται κανένα ίχνος άγχους. Αντιλαμβάνομαι ότι η κριτική πρόσληψη ενός έργου δεν μπορεί να συνδιαλέγεται με τέτοιους όρους ψυχικής αντίδρασης του δημιουργού, όμως θέλω να είμαι ειλικρινής. Αυτό αισθάνθηκα, αυτό καταθέτω. Δεν διέκρινα, λοιπόν,  κανένα άγχος ως προς το να αποτυπώσει τη σύγχρονη εποχή και τον επικαιροποιημένο εαυτό του και γλώσσα με όρους αγοραίους. Με άλλα λόγια δεν εκμαιεύει το γρήγορο συναίσθημα είτε με γλωσσικά πυροτεχνήματα είτε με ύφος μοντερνισμού, μεταμοντερνισμού, μετάμεταμοντερνισμου και πάει λέγοντας δηλαδή με –ισμούς που χάνονται στη μετάφραση και σε ουσιαστική ποίηση. Το γράφει και ο ίδιος; «Όλοι ονειρεύονται τη γέννηση ενός νέου θεού / μιας νέας γλώσσας που δεν έχει ακόμα μιληθεί». Ή όπως γράφει σε ένα άλλο σημείο : «μυρίζει πτωμαΐνη η εποχή του θάμβου».

Αυτό δεν σημαίνει ότι δεν ξέρει να εντυπωσιάζει. Ή να σκαλίζει την τεχνοτροπία του. Κάθε άλλο. Η ακόμα περισσότερο σε σχέση με τις προηγούμενες συλλογές του υπαινικτική του γραφή, η φαινομενικά ανολοκλήρωτη σκέψη του, ο λειτουργικός του υπερρεαλισμός, η καλά επεξεργασμένη σύνδεση συμβόλων στον ίδιο στίχο, η εναλλαγή της μορφικής αποτύπωσης των στίχων, ο διαλογικός χαρακτήρας με τη χρήση του β’ προσώπου είτε προς τον αναγνώστη είτε προς τον εαυτό του, είναι ορισμένες από τις τεχνικές που ρίχνει σαν ζάρια στο πιθάρι για να φτάσει στην επιθυμητή ζαριά. Κι αυτή δεν είναι τίποτε άλλο παρά η ανάγκη της έκφρασης μέσα σε ένα περίκλειστο σύμπαν που δεν έχει δρόμους διαφυγής, όπως το πυθάρι, έχει όμως τη χαρά του παιχνιδιού, το πείσμα της ουτοπικής έστω ανατροπής σαν τον τυφλό με τον λύχνο που έγραφε ο Λειβαδίτης.

Κανένα άγχος λοιπόν. Την πάσα τη δίνει στον αναγνώστη. Να ιδρώσει τη φανέλα του ψάχνοντας να βρει πώς συνδέει τις τέσσερις πόλεις, τα τέσσερα γεωγραφικά μήκη και πλάτη που ο ίδιος αποκαλύπτει παιγνιωδώς,  τα οποία που αποτελούν τον ιστό της ποιητικής συλλογής, πώς εμπλέκει την ιστορία, τη μυθολογία, την επική ποίηση, τη θεολογία, τον υπαρξισμό, τη φιλοσοφία, τις βιβλικές προφητείες, τους αυτάρκεις στίχους και τους δηλωτικούς τίτλους.

Τον φαντάζομαι, λοιπόν, να κάθεται αόρατος μπροστά από τον αόρατο αναγνώστη του και με ορατά μόνο τα ποιήματα να τον κοιτάζει πώς ξεφυλλίζει τις σελίδες, πώς πηγαινοέρχεται στους στίχους, πώς πασχίζει να ενοποιήσει το περιεχόμενο και στο τέλος, αυτός ο αναγνώστης, να γέρνει αποσταμένος στην καρέκλα όχι απογοητευμένος που δεν συνέλαβε τα νοήματα, αλλά αντίθετα να αναφωνεί αυτό που διάβασε στην αρχή του βιβλίου: «Το πρώτο πράγμα, ξένε, σε τούτο τον τόπο είναι να καθαρίσεις το χιόνι. Μετά δεν μένει τίποτε αλλά κι αυτό δεν το γνωρίζω με βεβαιότητα».  

Η συλλογή, επιπλέον, θα μπορούσε να διαβαστεί και ως ένα σεφερικό ημερολόγιο, ως ένα ελιοτικό σύμπτυγμα με τις διακυμάνσεις του ύφους και τον επιγραμματικό- αποφθεγματικό λόγο (ενδεικτικά αναφέρω: «πώς να κρυώσεις με τόσο άχυρο στις λέξεις;», «Και πόσο γευστικό είναι το αίμα των πληγών μας», «Τι όμορφη αγέλη το φέρετρο το μοναχικό»)  ως ένας σαχτουρικός αντιλυρισμός με τον αναιρετικό του χαρακτήρα «Είμαι η πατρίδα που δεν θα έχεις / Σύννεφο που δεν θα βρέξει / Μάρμαρο κόκκινο της ∆ήλου», μια εμπειρική αφορμή που μεταμορφώνεται σε ποιητική φαντασίωση και το αντίστροφο και τέλος μια δημιουργική συνομιλία με την υπαρξιακή ανησυχία του Χόρχε ντε Σένα- ξεκάθαρα ασφαλώς εδώ ο Κατσαρός το σημειώνει αφού η 4η υποενότητα έχει αναφορά στο ποίημα του πορτογάλου ποιητή, «Στην Κρήτη με τον Μινώταυρο».

Ανθρώπινος και πανανθρώπινος, λοιπόν ο ποιητής Κατσαρός σε αυτή τη συλλογή, εθνικός και πανεθνικός, σύγχρονος ως διαχρονικός και διαχρονικός ως σύγχρονος, αγωνιώδης όταν γράφει: «Όλες οι μετα-δημοκρατίες / Θα επιζήσουν ως αστυνομίες σκέψης / Με ποια γλώσσα θα μιλήσεις στο μέλλον; / Ποια σήμαντρα και ποια συναξάρια θα σε σώσουν;»  αλλά όχι αγχωμένος, ευαίσθητος αλλά όχι ρηχά λυρικός, στοχευμένα κρυπτικός,  «βυζαίνει όσες ρωγμές μπορεί και φεύγει πάνω στο ποδήλατο» όπως κάνει και στην καθημερινότητά του.

 

 

************

Ο Αχιλλέας Κατσαρός γεννήθηκε το 1976 στα Ιωάννινα. Έχει γράψει έξι βιβλία ποίησης: Ιχνηλάτες ανέμων, 2013, Η χειρουργική των έσω ουρανών, Ars Poetica, 2014, Οδός βράχων ανατολικά, Θράκα, 2015, Cabaret Voltaire, Ιδιωτική Έκδοση, 2016, Πλάγιος μπάκ (γράμματα σε έναν ποδοσφαιριστή), Οδός Πανός, 2018 και Ζαριά στο πιθάρι, Θράκα, 2022. Ζει στην Αθήνα