Ποίηση θέσεων και προβληματισμού

 

Κατανοητή ποίηση, που αγγίζει, χωρίς εγκεφαλικότητες, μαχόμενη, σε κάνει να προβληματίζεσαι, να διερωτάσαι, να ψάχνεις λύσεις, να δίνεις απαντήσεις, πάντως σε καμία περίπτωση δεν σε κρατά σε απόσταση και ουδέτερο. Θα διαμαρτυρηθεί χωρίς να υπολογίσει τις επικρατούσες αντίθετες απόψεις και δε θα διστάσει να πει αυτό που πιστεύει (π.χ. «Στιγμές», σ.20, «Ο Παλαμάς των μαθητικών μας χρόνων», σ.22). Δε θα μας χαϊδέψει τα αυτιά, δε φτιασιδώνει το λόγο του, δεν τον στρογγυλεύει,  αλλά τον διατυπώνει άμεσα και με ευθύτητα, φτιάχνοντας μια ζωντανή ποίηση που τραβά το ενδιαφέρον και δε μας αποκοιμίζει.

Δε θα μπω στη διαδικασία να κρίνω τις θέσεις του (αν και συμφωνώ με τις περισσότερες), γιατί θεωρώ ότι τις υπερασπίζεται άριστα μόνος του και στη λογοτεχνία μεγαλύτερη σημασία έχει το πώς λες κάτι, μια και δεν είναι μανιφέστο. Θεωρώ όμως πολύ σημαντικό ότι ο Λοϊζίδης έχει κάτι να μας πει, να μας δηλώσει, και δεν περιφέρεται απλώς ενδιάθετα προβάλλοντας τα συναισθήματά του μα καλοσχηματισμένες μεταφορές, όπως συχνά συναντάμε σε άλλους ποιητές, που άμα αφαιρεθούν η ουσία ωχριά.

Το αίτημα να μας παρουσιάσει γυμνή την αλήθεια, μέσα στο χάος του κόσμου, τίθεται από την προμετωπίδα κιόλας της συλλογής: «Αλήθεια σώμα γυμνό/ μέσα κι έξω χάος» (σ.7). Άρα το ύψιστο ζητούμενο της συλλογής είναι η αλήθεια που αποκτά ένα γυμνό ερωτισμό, ένα πάθος αποκάλυψης, μέσα σε ένα χαώδη κόσμο που τρομάζει.

Η ποίηση είναι ρίγος και όχι φιλολογία (σ.22), μεταθανάτιο κολύμπι των νεκρών (σ.11), επισκέψεις τους χωρίς να χτυπάνε το κουδούνι (σ.9). Η θέση της μνήμης στη συλλογή είναι εμφανής και καθοριστική. Έρχεται πρώτη για να ακολουθήσει η κρίση και η αποτίμηση. Ο ιστός είναι ποιητικά λογικός˙ και η λέξη ποιητικά σηματοδοτείται από τον τρόπο του.

Θα εναντιωθεί στους φιλολόγους, λέγοντας ότι καταστρέφουν το ρίγος της ποίησης («Ο Παλαμάς των μαθητικών μας χρόνων», σ.22) και θα  ειρωνευτεί τους «τυμβωρύχους» μελετητές («Ηλεκτρονικό μήνυμα Ανδρέα Κάλβου Ιωαννίδη», σ.30), χωρίς να τον νοιάζει η άποψη του κατεστημένου, ενώ στα ποιήματά του θα ενσωματώσει τους ποιητές ως ζωντανό σώμα (π.χ. «Εκ παραδρομής», σ.29). Αντισυμβατικά ποιητικό το βιβλίο αυτό του Λοϊζίδη, από την «αντιποίηση» του Κώστα Βάρναλη θα περάσει στην «αντιφιλολόγιση» (ας μου επιτραπεί ο νεολογισμός).

Βαθιά ειρωνικός και καυστικός και με δόσεις χιούμορ ο λόγος του, αποφεύγει τους επικήδειους διθυράμβους και τα λιβανιστήρια. Όταν επιβραβεύει το κάνει στην ποιητική πράξη και όχι με λόγια. Έτσι ο Καβάφης και ο Παλαμάς επανέρχονται συνεχώς στη συλλογή, προτάσσοντας ένα άλλο πρόσωπό τους από αυτό που τους δίνουν οι φιλόλογοι στο σχολείο (σ.22) και οι ψυχροί γραφιάδες. Είναι αυτό της συγκίνησης και του έρωτα.

Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι στην καρδιά κάθε σημερινού Κύπριου φωλιάζουν οι πληγές της διχοτόμησης του νησιού του. Μέσα από αυτές αντικρίζουν το παρελθόν και το παρόν τους. Ο Λοϊζίδης τολμά να επεκταθεί και στο δυσοίωνο μέλλον (σ.43), λέγοντάς μας ότι δεν πρέπει να εθελοτυφλούμε και πρέπει να κοιτάμε μπροστά.

Τεχνικά, οι μικροί συνήθως στίχοι του πετυχαίνουν τη νοηματική συμπύκνωση και τη στοχαστική ενατένιση. Η γλώσσα του έχει ζωντανή απλότητα, γεμάτη δράσεις και με λιτότητα πετυχαίνει τους στόχους της.

Ας κάνουμε ένα κολάζ στίχων του, για να εκφράσουμε και πρακτικά την ουσία του βιβλίου:

   «Οι νεκροί μας δεν χρειάζονται/ πόρτες και κουδούνια για να μπουν» (σ.9), «Κανένας δεν περίμενε/ […]/ Να βιαιοπραγήσουμε/ απέναντι στη θάλασσα» (σ.10), «Είναι άνθρωποι/ που […]/ επιμένουν στο μεγαλείο/ του πίσω κήπου» (σ.12), «θα γράψω αλλιώτικα το ποίημα,/ θα γλείφω παγωτό/ και θα βιώνω τα ύψη. Ποια ύψη;» (σ.17), «Τι να πω για τους ποιητές/ […] που μιλούν/ για τον έρωτα δίχως σώμα» (σ.19), «Η ανορθογραφία δεν είναι χούι/ δεν ειν’ αρρώστια/ […]/ είναι μια πραγματικότητα» (σ.21), «Κρυφακούω θα πει/ προετοιμάζομαι» (σ.26), «Δεν είναι παίξε-γέλασε η θάλασσα./ Μόνο άνευ όρων/ μπορείς να της δοθείς» (σ.27), «Πάντοτε εύχομαι να μην έχει κήρυγμα» (σ.28), «Στην εποχή του συμπαθητικού/ οι ποιητές μεγαλοπιάνονται/ […]/ Εξυπνακίζουν εύγλωττα/ με παραπομπές στον Δάντη» (σ.31), «Οι λεπτομέρειες δαγκώνουν/ κρύβονται τα σημάδια» (σ.33), «Είναι φρικτό να κατέχεις/ ξένο σπίτι μετά τον πόλεμο» (σ.34), «Γέμισαν την ψυχή μας/ Αχαιούς και μεγάλες ιδέες/ Ποιος θέλει να βάλει τα παιδιά/ στο κλουβί με τις σημαίες;» (σ.41), «Θα κλείσουν το σχολείο/ γιατί δεν πηγαίναμε εκκλησία./ Υπέγραψε κι ο μουχτάρης» (σ.45), «Δεν εκτιμώ και τόσο τη σιωπή» (σ.47), «Προτίμησα την ομορφιά/ των απορημένων γάτων» (σ.49), «Πάντα παίρνω μαζί μου/ δυο-τρεις παιδικές φωτογραφίες» (σ.50), «Οι νεκροί δεν πηγαίνουν στον ουρανό˙/ ακολουθούν υπόγεια σήραγγα/ προς τη θάλασσα.» (σ.11).

Μετά από αυτήν την παράγραφο αναρωτιέμαι αν είναι πιο σημαντική από όλο το άλλο δοκίμιό μου και ποια η χρησιμότητα του. Δεν μπορεί, κάτι θα λέει πέρα από τη σιωπή.

Το τζάκι της ποίησης τελικά μένει ψεύτικο αν δεν είναι ικανό να ζεστάνει την ψυχή μας. Είναι μια φαντεζί επιφάνεια.

 

**************************

Ο Γρηγόρης Τεχλεμετζής ζει στην Αθήνα. Σπούδασε χημικός στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Είναι απόφοιτος του κοινού μεταπτυχιακού προγράμματος Δημιουργικής Γραφής του ΕΑΠ και του Πανεπιστημίου Δυτικής Μακεδονίας. Η μεταπτυχιακή του εργασία είχε θέμα την ψυχαναλυτική κριτική της λογοτεχνίας και την εφαρμογή της στην πεζογραφία του Μάριου Χάκκα. Πρωτοεμφανίστηκε στη λογοτεχνία το 2004 με τη συμμετοχή του στην ανθολογία διηγημάτων του Β΄ Λογοτεχνικού Διαγωνισμού Αντώνης Σαμαράκης (Καστανιώτης). Κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε πολλά Λογοτεχνικά περιοδικά (έντυπα και διαδικτυακά). Έχει παρουσιάσει βιβλία συναδέλφων του σε λογοτεχνικές εκδηλώσεις. Βιβλία του: Οι συλλογές διηγημάτων Η όψη (Γκοβόστης 2010) και  Μυθολογήματα και έντεκα πλην ένα μικρά πεζά (Κέδρος 2021) και τα μυθιστορήματα Αφιερωμένο στην Έλενα (Ηριδανός 2007) και Ο Αρχίλοχός του (το μόνο ιστορικό μυθιστόρημα για τον ποιητή/ Γαβριηλίδης 2016). Από το 2011 διευθύνει το Λογοτεχνικό Περιοδικό Ο Σίσυφος. Επίσης ασχολείται με την κριτική λογοτεχνικών έργων ποίησης και πεζογραφίας, δημοσιεύοντας κείμενά του σε Λογοτεχνικά Περιοδικά. Έχει επιμεληθεί πολλά αφιερώματα στον Σίσυφο για Έλληνες λογοτέχνες. Συμμετείχε με κείμενά του σε αφιερώματα περιοδικών και συλλογικών εκδόσεων.