Άι Γιώργης – Καμίτσιανη
Μύρισαν άνοιξη τα μονοπάτια τής κουτσουπιάς
δυνατό φως του μεσημεριού
ώρα που ραγίζει ο καιρός,
κορφές επουράνιες,
δακρύζεις με τα μάτια όλων εκείνων
που δε γύρισαν πίσω,
η πικραμένη μνήμη εδώ,
ζητά να γίνει τραγούδι
να διακονήσει τα χείλη απ’ την αρχή.
Σγουρός αέρας κατεβαίνει τη Μουργκάνα
σφυρίζοντας παλιές συλλαβές,
στην κόψη της κραυγής τού λύκου
φτερουγίζει η πέρδικα,
άναψαν παλιό λιβάνι στην Πόβλα,
ψυχή και ψίχα μαζί με το στάρι στον Τσαμαντά,
κυκλώνουν οι εφήμεροι ανθοί το νου,
στοίχειωσαν οι λέξεις στο λόγγο
και τα ονόματα
στο περιβόλι τ’ άι Γιωργιού στην Καμίτσιανη
μέσα από τη φάρσα τού ανθρώπου
καρτερούν ν’ ακούσουν ανάσταση…
Λάλησε το κλαρίνο στους μαχαλάδες…
«Σήμερα είναι Πασχαλιά, Γιωργάκη μ’, Γιωργάκη μ’
σήμερα πανηγύρι, Γιωργάκη μ’ και λεβέντη μ’.
Σήμερ’ αλλάζουν τα παιδιά και βγαίνουν στο σεργιάνι.
Και συ Γιώργη μ’ δε φάνηκες να βγεις να σεργιανίσεις.»
Ερειπωμένα σπίτια, σαρακοφαγωμένες εικόνες,
καπνισμένοι τοίχοι, γκρεμισμένα μπουχάρια,
λιθόστρωτα σοκάκια
θέλγητρα νόστου,
καλντερίμια, μπακίρια, μάνταλα,
αφή προπατορική,
το πολυκαιρισμένο πουκάμισο στο σκοινί,
παλεύεις να πάρεις ανάσα,
επικυρώνοντας την ύπαρξη
πάνω στα ξασπρισμένα κόκκαλα,
χτενίζει η αλισάχνη τα βλέφαρα.
Σεκαλεί ο τόπος,
σε πνίγει ο πόνος,
τα αθάνατα φιλιώνουν τη μέσα πατρίδα
φασκόμηλο, σπάρτο, θυμάρι,
ανήλικος πόθος σε γυρίζει απ’ το ψέμα στο αίμα,
εωθινοί νεκροί, εγερμένοι ίμεροι, εσταυρωμένοι,
κιτρινισμένο γράμμα αζήτητο,
η μυρωδιά του ψωμιού στη γάστρα.
Ήρθες, ανθισμένα τα μονοπάτια τής κουτσουπιάς,
άσωτες πατημασιές
σε τρυφερή αποστασία τ’ όνειρο
δυο κόμποι σμαράγδια τα μάτια,
οι ανάσες των προγόνων όλες μέσα στη δική σου,
τ’ ασφοδέλια συλλαβίζουν όσα λησμόνησες
φεγγίζει στο αρχαίο νερό παράπονο κι άδικο.
Γράφοντας κύκλους,
τα όρνιακλώθουν πεπρωμένα,
σπασμένα κρανία χιλιάδες κεφάλια της φωτιάς,
ηττημένο το βλέμμα
αρμέγει ξανά και ξανά ουρανό,
συρματοπλέγματα,
μια παπαρούνα λιτανεύει το αίμα,
σπέρνουν τ’ αηδόνια καινούργια επανάσταση.
Περάσαμε γυμνοί στην απέναντι όχθη
ζυγίζοντας αγωνία κι ελπίδα στο παλιό γεφύρι,
είπες, εκεί καρπίζει η αρετή
με θάνατο κι ανάσταση βουνίσια
κάθε φυγή κι επιστροφή.
Μουργκάνα, αχός,
θέλεις, αμφιβάλεις, αρνιέσαι,φοβάσαι, αγαπάς,
τούτη τη ρίζα που σ’ ανάστησε,
πέτρα, κακοτράχαλα περάσματα κι έλατα,
τα στάχυα στα ξεχασμένα αλώνια στην Ταβέρα
κι από κάτω σωρός οι σκουριασμένες σφαίρες,
σφαίρες αδερφικές…
Πόσες γενιές ακόμηνα μοιρολογήσει τούτη η γη
ξεκορμίζει η ψυχή,
φτερούγα μια, σπασμένη
τρέφεται στο νου η αμαρτία
η καρδιά διστάζει,
όσο η άνοιξη σου τρυπάει τ’ αυτιά
τρανή, μυριστική μοιρολογήτρα
ο μίτος μιας άλλης αλήθειας
εδώ στο σύνορο ξετυλίγεται…
Στον ορίζοντα ματωμένοι ίσκιοι, άγιοι, μάρτυρες,
δίχαλες κορφές των κυπαρισσιών εξαγοράζουν τη σκέψη,
σε τούτη τη φλούδα χρωστάς το ανάστημα.
Να το θυμάσαι σε καιρούς ανυδριάς
εκεί που το χώμα γίνεται στέρφο
εκεί που οι θαμμένες πηγές
στη σιωπή χύνονται βαθιά μέσα σου,
να το θυμάσαι,
σπασμένο δισκοπότηρο η αλήθεια…
Από μακριά η λύρα…
«Μια πέρδικαν εζύγωνα, κι όσο εγλάκου εσίμωνα
από χαράκι σε κλαδί πετά, μού φεύγει να χαθεί.
Χαμοπετά κι εγώ γλακώ, πιάνω την απού το φτερό
Γλυκά γλυκά τση μίλησα, κι από χαρά τη φίλησα.
Παίζει φτερό και φεύγει μου…»
Από την ποιητική συλλογή, “Αύριο, παλιές συλλαβές καινούργια ανάγνωση”









