ΠΡΩΙΝΟ

Απ’ τ’ ανοιχτό παράθυρο
μπαίνουν οι ήρεμες φωνές
του ποταμού,
τα μακρινά τραγούδια
που λένε οι πλύστρες
κει κάτω ανάμεσα στις λεύκες και στις σκλήθρες,
δίπλα στο πεντακάθαρο ρεύμα
που μουρμουρίζει τόσο γλυκά
ο καπνός των ατμών
μπερδεμένος με τον καπνό των σπιτιών
κάτω από το θριαμβευτικό γέλιο
τ’ ουρανού.
Στην άλλη όχθη, στη λεωφόρο
οι μπλε αφίσες
των ναυτιλιακών εταιρειών
γεμίζουν τις καρδιές των ανδρών
που κάθονται στα παγκάκια

νοσταλγία και ψευδαισθήσεις.
Μια ξανθιά κοπέλα σκέφτομαι.
Μεσημεριάζει όπου νά ’ναι –
μεγάλη τρυφερότητα

με καταλαμβάνει εξ εφόδου,
και επιθυμία να κλάψω δίχως λόγο.

 

*

ΜΙΑ ΦΟΡΑΔΑ

 

Μια φοράδα βόσκει
μόνη
σ’ ένα ξέφωτο
νυχτώνει
το φεγγάρι λάμπει
στον γαλήνιο αέρα
με θαμπό ένα φέγγος
μυρίζει με ψηλά τη μουσούδα
τις ευωδιές τ’ αρώματα
της νύχτας που έρχεται
αρχίζει έναν μικρό τροχασμό
χαριτωμένο και αρμονικό
κι έχει πέσει κιόλας η νύχτα
και τίποτα τώρα δεν βλέπεις
ολόγυρα.

*

Ο ΔΗΜΟΣΙΟΣ ΚΗΠΟΣ

 

Σ’ ένα φως βλοσυρό
παιδιά και γαϊδουράκια
τις τελευταίες περνάνε
ώρες της μέρας. Θεέ μου

βάλε τέλος
στις τρέλες τους, στείλε
ένα ψιλόβροχο
στο δέρμα, στα μαλλιά τους

που ’ναι κατάκοπα, φαγωμένα
απ’ τη ζωή και τον Οκτώβρη
που μουλιασμένος διαλύεται,
βρίσκοντας τα όντα αυτά το σούρουπο

στις κάμαρες, στους στάβλους
που τους έχουν δοθεί, ήρεμα
και διασκορπισμένα, κι εσύ,
που πεθαίνοντας τα καταματώνεις,

τα εξιλεώνεις, ήλιε.

*
ΚΑΤ’ ΟΙΚΟΝ ΣΚΕΨΕΙΣ

 

Δεν θα μπορώ να γράψω ή να ζήσω άλλο

αν το χιόνι που λειώνει φέτος

δεν θα μ’ έχει μάρτυρά του ανυπόμονο

να μυρίσει στον αέρα τις πρώτες βιολέτες.

 

Σάμπως να ήμουν νεκρός θυμάμαι

την άνοιξη μας, το ιλαρό της φως

που κρατάει μιαν ολόκληρη μέρα

το θαύμα της μέρας που περνάει.

 

Ίσως τίποτα δεν μένει να κάνουμε εμείς,

της ιμπρεσιονιστικής εποχής τα τελευταία παιδιά,

πάρεξ ν’ αντιγράφουμε το πρωτότυπο όση ώρα

στάζει το χιόνι πάνω σε κάτι μαζεμένα σπουργίτια.

 

[Ρώμη 1952]