Μάνα
Μάνα,
στα γόνατα σου πια δεν θα καθίσω,
μήτε στον κόρφο σου ίσκιο θα ψάχνω να βρω.
Μάνα,
δεν θα με δεις να ξανά δακρύζω,
κάθε φορά που θαρρώ πως σου κρύβω κάποιο μυστικό.
Μάνα,
Είναι ο κόσμος μεγάλος και κακός,
-πως με άφησες ξωπίσω,
το χέρι σου πια δεν θα κρατώ.
Μάνα,
στην ποδιά σου σκόρπια τα ρόδα και τα αρώματα
που μαζεύαμε κάθε Σεπτέμβρη
-πριν χτυπήσει το κουδούνι,
πουρνό-πουρνό.
Μάνα,
Μοιρολόγια χύρια μύρια στην πόρτα,
τόσοι άνθρωποι έχουν έρθει,
σε έχουν επισκεφτεί,
-σήκω να τους δεις.
Μάνα,
δυο φορές πέθανα.
Την ημέρα που γεννήθηκα.
και την ημέρα που σε έχασα.
Έξοδος
Πάρε το κεφάλι μου.
Στο φυλάσω σε Άγιο Δισκοπότηρο.
Χάρισε το στον Κύριο σου.
Υποτάσσομαι στα πλήθη και στα πάθη.
Σιχάθηκα.
Είδα τα πρόσωπα όλων σας,
Και θέλω να βγάλω τα ίδια μου τα μάτια.
Τιμής ένεκεν.
Αυτοβιογραφία
Κ’ είναι η ζωή μου ένα μαρτύριο,
που όλο πηγαίνω κ’ολο έρχομαι,
για να ξεφύγω.
Κ’ είναι η ζωή μου ένα εισητήριο,
χωρίς επιστροφή,
για το αζήτητο.
Κ’ είναι η ζωή ένα ποτήρι δηλητήριο,
που θέλω να το στρέψω στο πλήθος,
να γευτούν όλοι όσα γεύτηκα εγώ.
Αχ μάτια μου,
αυτή είναι η ζωή μου.
Μια βαλίτσα στο χέρι,
κλειδιά και κέρματα στην τσέπη,
σκόρπιες λέξεις και σκόρπιοι έρωτες
να μου κρατάνε συντροφιά κάθε χάραμα.









