*
Και συχνά φαντάζομαι
τι μπορεί να συμβαίνει
πίσω από ένα κλειστό παράθυρο.
Πόσο μικρή είναι η απόσταση
που μας χωρίζει απ’ το παράδοξο.
Μερικά επαγγέλματα με γοήτευσαν τόσο,
που νομίζω πως τα έχω ασκήσει.
Κι όταν με ρωτούν με τι ασχολούμαι,
απαντώ με άνεση: Κουρδιστής πιάνων.
Ενίοτε,
από περιέργεια ή ενοχή,
μπαίνω στη θέση των άλλων
και κοιτάζω τον κόσμο.
Συνακόλουθα,
όλο και χάνω το πρόσωπό μου.
Στη θέση του
ψηλαφώ ένα είδωλο προσώπου
πάνω σε επιφάνεια νερού
που αέναα ρέει.
*
Η βροχή έπεφτε λοξά.
Εκείνος
έδωσε μία κλίση στην ομπρέλα του
για να προστατευθεί.
Μιά ίδια κλίση διαπίστωσε στα δένδρα,
στα κτήρια που προσπερνούσε.
Τα επίπεδα γύρω του,
όλα κεκλιμένα.
Εκείνος όρθιος διέσχιζε
ένα λοξό τοπίο.
Μα ίσως και να ‘χε αναστρέψει την πραγματικότητα
για να αισθάνεται λιγότερο παράταιρος.
Μάλλον εκείνος ήταν ο λοξός
μέσα σ’ ένα ορθό τοπίο.
*
Σκοτείνιασε το πρόσωπο της τσιγγάνας
καθώς διάβαζε το χέρι της μητέρας μου.
Όμως εγώ
με τον μηχανισμό απώθησης του παιδιού
είχα περάσει κιόλας στην επόμενη στιγμή.
Πήρα το σοκάκι που έβγαζε στην παραλία.
Στάθηκα στην ακτή.
Και κοίταζα τα ημικύκλια των δελφινιών.
Κάπως έτσι εγγράφηκε εντός μου
ένα κείμενο δυσανάγνωστο.
*
Δεξιά μου, άνοιγε ένα παράθυρο.
Αριστερά, μιά μπουκαμβίλια χρωμάτιζε τον τοίχο μωβ.
Στο θρόισμα της ακακίας
με ζάλιζαν του πράσινου οι αντανακλάσεις.
Κι αυτοί οι ψίθυροι του μεταίχμιου
(τέλος της άνοιξης – αρχή καλοκαιριού)
μούδιαζαν το μυαλό μου από ποίηση
και μία αίσθηση κινδύνου.
*
Την ένιωθε από παιδί
την εσωτερική του ανισορροπία.
Ίσως γι’ αυτό
άρχισε να ασκείται πάνω στο σχοινί.
Άριστος σχοινοβάτης τώρα.
Ιδανική,
ακραία ισορροπία.
Μονάχα τα χειροκροτήματα δεν άντεχε
στο τέλος της παράστασης.
Λες κι είχε εξαπατήσει το κοινό.
Και προπαντός τον εαυτό του.
Ήταν εκείνη η στιγμή
που έτρεμε την πτώση.
*
Του άρεσαν εκείνες οι στιγμές.
Που ένιωθε να αίρεται
πάνω από τις συγκυρίες που τον όρισαν.
Να διαγράφονται από μέσα του οι εγγραφές
να απαλείφονται οι αλλοιώσεις
όλα όσα εκείνος ήταν.
Τον ελευθέρωναν εκείνες οι στιγμές.
Που ένιωθε το βάρος του να χάνει
να γίνεται άυλος
ένα μάτι τεράστιο να γίνεται
μάλλον μονάχα ένας αμφιβληστροειδής
και πάνω του
το είδωλο του έξω κόσμου
ο εξωτερικός παλμός μονάχα
δίχως καμιά παρεμβολή του εαυτού του
κανένα σχόλιο.
****
Η Ιουλία Τολιά γεννήθηκε στο Μενίδι Αιτωλοακαρνανίας το 1954 και ζει στην Αθήνα από το 1968. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές Κι ενώ οι ωρολογοποιοί μάς κοροϊδεύουν… (1987) και Μονότροπα σχεδόν… (1995). Επίσης τις συλλογές Κάτοπτρα Χρόνου (2010), Οι περιπέτειες ενός τυφλού (2012), Ημερολόγιο ήχων (2014), Ο τελετάρχης του εφήμερου (2016), Στου παρελθόντος την αντήχηση (2018) και Περιπλανήσεις σε ακίνητο παρόν (2021) που κυκλοφορούν από τις Εκδόσεις Στοχαστής.









